Ήταν ένα αδύνατο αγόρι, 1,68 μ. ύψος, με ανοιχτόχρωμα καστανά μαλλιά και καστανοπράσινα μάτια που έλαμπαν από καλοσύνη. Στα 11 του χρόνια ζούσε όπως κάθε παιδί της ηλικίας του: σχολείο, μπάσκετ, ζωγραφική, μουσική.

Είχε όλη τη ζωή μπροστά του και μια μητέρα που τον λάτρευε και τον προστάτευε με κάθε τρόπο. Αυτό το παιδί ήταν ο Άλεξ Μεχσισβίλι. Αν ζούσε σήμερα, θα ήταν 31 ετών.

Στις 3 Φεβρουαρίου 2006, μια μέρα σαν σήμερα, ο Άλεξ χάθηκε από προσώπου γης. Παρά τις έρευνες, τις δίκες και τις καταθέσεις, η σορός του δεν βρέθηκε ποτέ. Μια μάνα έμεινε χωρίς το παιδί της, χωρίς έναν τάφο να ανάψει ένα κερί, χωρίς την παρηγοριά του αποχαιρετισμού.

Εκείνο το απόγευμα, ο Άλεξ πήγε στο κλειστό της Ελιάς για προπόνηση. Θα περνούσε από το πρακτορείο του πατριού του και μετά στο μάθημα ζωγραφικής. Δεν έφτασε ποτέ.

Η μητέρα του, Νατέλα, άρχισε να τον ψάχνει στους δρόμους της Βέροιας, χωρίς κανένα σημάδι. Οι μέρες έγιναν εβδομάδες και η εξαφάνιση εξελίχθηκε σε θρίλερ.

Τέσσερις μήνες αργότερα, πέντε ανήλικοι κλήθηκαν από την Αστυνομία. Ήταν η πρώτη υπόθεση bullying που συγκλόνισε την Ελλάδα. Τα παιδιά, ηλικίας 11–13 ετών, παραδέχτηκαν ότι τον κυνήγησαν, ότι έπεσε και χτύπησε, ότι τον μετέφεραν σε ακατοίκητο σπίτι και στη συνέχεια τον πέταξαν στο ποτάμι της Μπαρμπούτας.

Το σώμα του δεν βρέθηκε ποτέ. Η δίκη που ακολούθησε κατέληξε σε καταδίκες για μη σκοπούμενη θανατηφόρα βλάβη, ενώ ο παππούς δύο εκ των παιδιών κρίθηκε ένοχος για υπόθαλψη και ψευδορκία.

Το 2013, η μητέρα του Άλεξ δικαιώθηκε ηθικά με αποζημίωση, χωρίς όμως να πάρει πίσω αυτό που πραγματικά ζητούσε: την αλήθεια.

Σήμερα, 20 χρόνια μετά, ο Άλεξ παραμένει μια ανοιχτή πληγή. Ένα παιδί που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει. Μια μάνα που ακόμα περιμένει. Και μια κοινωνία που δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσει.