Η εμπορική συμφωνία ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις χώρες της Mercosur (Βραζιλία, Αργεντινή, Παραγουάη, Ουρουγουάη) έκανε ένα ακόμη αποφασιστικό βήμα προς την ολοκλήρωσή της, καθώς εγκρίθηκε με την απαιτούμενη ειδική πλειοψηφία των κρατών-μελών.

Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται το Politico, τέσσερις Ευρωπαίοι διπλωμάτες επιβεβαιώνουν ότι η συμφωνία οδεύει πλέον προς υπογραφή. Ωστόσο, η διαδικασία μόνο ομόφωνη δεν ήταν.

Γαλλία, Πολωνία, Αυστρία, Ιρλανδία και Ουγγαρία καταψήφισαν, ενώ το Βέλγιο επέλεξε να απέχει. Οι πρωτεύουσες των κρατών-μελών έχουν περιθώριο έως τις 18:00 της Παρασκευής (ώρα Ελλάδας) για να καταθέσουν τυχόν ενστάσεις.

Η συμφωνία συνοδεύεται από ένα πακέτο πρόσθετων μέτρων προστασίας της ευρωπαϊκής γεωργίας. Οι ρήτρες αυτές θα ενεργοποιούνται σε περίπτωση απότομης αύξησης εισαγωγών από τις χώρες της Mercosur, ώστε να αποτραπούν σοβαρές διαταραχές στην ευρωπαϊκή αγορά.

Τα μέτρα εγκρίθηκαν επίσης από τους μόνιμους αντιπροσώπους των κρατών-μελών, με τους διπλωμάτες να ζητούν ανωνυμία λόγω της ευαισθησίας του θέματος. Την ίδια ώρα, η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, προγραμματίζει ταξίδι στην Παραγουάη την επόμενη εβδομάδα, με στόχο την επίσημη υπογραφή της συμφωνίας.

Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου παγκοσμίως.

Μεταξύ άλλων:

Ενίσχυση εξαγωγών σε κρασιά, ποτά, αυτοκίνητα, μηχανήματα και βιομηχανικά προϊόντα.

Πρόσβαση σε μια αγορά 780 εκατομμυρίων καταναλωτών.

Μείωση δασμών που σήμερα κοστίζουν δισεκατομμύρια στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.

Ευκολότερη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά για κρέας, ζάχαρη, ρύζι, μέλι και σόγια.

Ενίσχυση των εξαγωγών αγροτικών προϊόντων, όπου οι χώρες της Λατινικής Αμερικής έχουν ισχυρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα λόγω χαμηλότερου κόστους παραγωγής.

Αυτή ακριβώς η ασυμμετρία είναι που ανησυχεί τους Ευρωπαίους — και ιδιαίτερα τους Έλληνες — αγρότες, οι οποίοι θεωρούν ότι δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τις τιμές των λατινοαμερικανικών προϊόντων.

Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες που βλέπουν θετικά τη συμφωνία, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξουν επαρκείς διασφαλίσεις για τα ελληνικά προϊόντα.

Ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Κώστας Τσιάρας, παρουσίασε πρόσφατα στοιχεία και «αλήθειες», όπως είπε, σχετικά με τη συμφωνία — ζήτημα που βρίσκεται ψηλά στα αιτήματα των αγροτικών μπλόκων.

Οι ελληνικές εξαγωγές προς τις χώρες της Mercosur ανέρχονται μόλις σε 34 εκατ. ευρώ. 21 ελληνικά προϊόντα ΠΟΠ θα προστατεύονται από απομιμήσεις (π.χ. φέτα, ελαιόλαδο, κρόκος Κοζάνης, Μαστίχα Χίου).

Η Αθήνα ζητά επίσης:

λειτουργικές ρήτρες διασφάλισης,

αυστηρή εφαρμογή των κανόνων,

συνεχή παρακολούθηση των επιπτώσεων στην ευρωπαϊκή παραγωγή,

ισότιμους όρους ανταγωνισμού,

ενίσχυση της ΚΑΠ μέσω ανακατεύθυνσης πόρων από το ΠΔΠ και το Unity Safety Net.

Η Ένωση Γερμανικών Βιομηχανιών (BDI) χαιρέτισε την έγκριση της συμφωνίας ως «σημαντική επιτυχία για τη γερμανική και την ευρωπαϊκή οικονομία». Η διευθύνουσα σύμβουλος Τάνια Γκένερ υπογράμμισε: την κατάργηση εμποδίων και δασμών, την εξοικονόμηση περίπου 4 δισ. ευρώ ετησίως, τη δημιουργία μιας από τις μεγαλύτερες αγορές παγκοσμίως, την πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες όπως λίθιο και χαλκό, απαραίτητες για την ηλεκτροκίνηση και τις ΑΠΕ.

Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η Ευρώπη βρίσκεται υπό πίεση, καθώς ΗΠΑ και Κίνα ενισχύουν τις σφαίρες επιρροής τους. Η Mercosur, όπως είπε, «μπορεί να είναι μόνο η αρχή», καλώντας την ΕΕ να επιταχύνει και άλλες εμπορικές συμφωνίες, όπως με Ινδία και Ινδονησία.

Η συμφωνία ΕΕ – Mercosur αποτελεί αναμφίβολα μια γεωπολιτική και οικονομική κίνηση μεγάλης κλίμακας. Για άλλους, είναι μια ιστορική ευκαιρία. Για άλλους, μια απειλή για την ευρωπαϊκή αγροτική παραγωγή.

Το βέβαιο είναι ότι η συζήτηση δεν τελειώνει εδώ. Η εφαρμογή της συμφωνίας — εφόσον υπογραφεί — θα κριθεί στην πράξη: στην αγορά, στα χωράφια, στα εργοστάσια και στις πολιτικές ισορροπίες της Ευρώπης.