Από τον Γιδά στην Επαρχία του Μεγάλου Ηγέτη

Φεύγουμε λοιπόν από τον Γιδά, από τα χωράφια, τα καφενεία και τις κουβέντες που ανάβουν με το παραμικρό, και ταξιδεύουμε σε μια άλλη γη. Σε μια επαρχία μακρινή, σχεδόν μυθική, όπου ο αέρας δεν φυσάει αν δεν πάρει άδεια από τον Μεγάλο Ηγέτη. Εκεί, στην Επαρχία του Κιμ Γιονγκ Κάπως, όπως τον λέει ο λαός επειδή κανείς δεν τολμά να προφέρει σωστά το όνομά του, η δημοκρατία είναι τόσο σφιχτά τυλιγμένη που χρειάζεται καλέμι για να την ξεκολλήσεις.

Εκεί δεν μιλάει κανείς. Όχι επειδή δεν έχει τι να πει, αλλά επειδή δεν επιτρέπεται. Μόνο ο Ηγέτης μιλάει. Μόνο αυτός ξέρει. Μόνο αυτός επιτρέπεται να έχει άποψη, σκέψη, ανάσα. Αν κάποιος τολμήσει να ανοίξει το στόμα του, οι κάμερες —που κατά τα άλλα δουλεύουν 24/7— ξαφνικά «πέφτουν». Μαύρο. Τεχνικό πρόβλημα. «Συγγνώμη για τη διακοπή». Όχι ότι χρειάζεται συγγνώμη, εκεί κανείς δεν περιμένει να ακούσει τίποτα άλλο πέρα από τον Ηγέτη. Και το ωραίο; Οι κάμερες αυτές, που παριστάνουν ότι είναι ιδιοκτησία του Μεγάλου, πληρώνονται από τον δύστυχο φορολογούμενο της επαρχίας. Από τον άνθρωπο που δεν μπορεί να μιλήσει, αλλά μπορεί να πληρώνει. Από τον πολίτη που δεν έχει φωνή, αλλά έχει υποχρεώσεις. Από τον λαό που δεν έχει δικαίωμα, αλλά έχει λογαριασμούς.

Οι κάμερες, τα νεύματα και η μεγάλη παρεξήγηση

Και σαν να μην έφτανε αυτό, οι κάμερες —αυτές οι καημένες— έχουν μάθει να κοιτάνε τον Ηγέτη με την αγωνία μαθητή που περιμένει να δει αν έγραψε σωστά. Κι όταν ο Ηγέτης μιλάει, οι χειριστές κάνουν νεύματα μεταξύ τους: «Είναι ανοιχτές; Γράφουν; Μη μας παρεξηγήσει ο Μεγάλος». Λες και ο Μεγάλος δεν πρέπει να ανησυχεί για το αν τον ακούει ο κόσμος, αλλά για το αν τον ακούει μόνο ο κόσμος που πρέπει. Γιατί στην Επαρχία του Κιμ Γιονγκ Κάπως, το ζητούμενο δεν είναι η ενημέρωση. Είναι η επιβεβαίωση. Να ξέρει ο Ηγέτης ότι όλα πάνε όπως τα θέλει. Ότι οι κάμερες γράφουν όταν πρέπει και «χαλάνε» όταν δεν πρέπει. Ότι κανείς δεν θα ξεστομίσει κουβέντα που δεν έχει εγκριθεί από το γραφείο του. Και το ξαναλέω: οι κάμερες, όσο κι αν προσπαθούν να δείχνουν πίστη στον Ηγέτη, δεν πληρώνονται από αυτόν. Πληρώνονται από τον πολίτη. Από τον άνθρωπο που έχει δικαίωμα να ξέρει τι γίνεται. Από τον λαό που δικαιούται να ακούει όλες τις φωνές — όχι μόνο τη μία. Οπότε, αγαπητές κάμερες της Επαρχίας του Μεγάλου Ηγέτη, την επόμενη φορά που θα κάνετε νεύματα για να καθησυχάσετε τον Κιμ Γιονγκ Κάπως, θυμηθείτε κάτι απλό: Δεν δουλεύετε για εκείνον. Δουλεύετε για τον κόσμο. Και ο κόσμος, όσο κι αν τον φοβίζουν, πάντα ακούει.

Όταν ο καιρός χαλάει… και κάποιοι ξέρουν τι να κάνουν

Βγήκαν λοιπόν οι πρώτες ανακοινώσεις ότι ο καιρός χαλάει, ότι έρχονται παγωνιές, χιόνια, παγετοί και όλα τα σχετικά, και —όπως θα περίμενε κανείς από μια στοιχειωδώς οργανωμένη κοινωνία— κάποιοι αντέδρασαν αμέσως. Η Βέροια, χωρίς πολλά-πολλά, έβγαλε ανακοίνωση με τις αίθουσες που θα είναι ανοιχτές για να φιλοξενήσουν ανθρώπους που μπορεί να βρεθούν σε κίνδυνο. Σωστό, ανθρώπινο, αυτονόητο. Η Νάουσα, από την άλλη, ενημέρωσε τους πολίτες πού μπορούν να προμηθευτούν αλάτι για τα πεζοδρόμια, τις αυλές, τις εισόδους. Γιατί όταν έρχεται ο πάγος, δεν περιμένεις να γλιστρήσει ο κόσμος για να θυμηθείς ότι χρειάζεται πρόληψη. Κάποιοι, λοιπόν, λειτουργούν. Κάποιοι σκέφτονται. Κάποιοι κάνουν αυτό που πρέπει πριν χρειαστεί να τρέχουν. Και τώρα πάμε στην… άλλη επαρχία. Την επαρχία που λέγαμε και πιο πάνω. Εκεί που η λογική κάνει διακοπές και η οργάνωση είναι κάτι σαν αστικός μύθος. Εκεί που όταν χαλάει ο καιρός, δεν ανοίγουν αίθουσες, δεν ενημερώνουν πολίτες, δεν προετοιμάζουν τίποτα. Εκεί, φίλοι μου, το σχέδιο δράσης είναι τόσο πρωτότυπο που θα έπρεπε να διδάσκεται σε σεμινάρια «πώς να μην κάνετε τίποτα».

Η επαρχία της απόλυτης ακινησίας

Τι έκαναν λοιπόν; Τίποτα απολύτως. Ή μάλλον… όχι. Κάτι έκαναν. Πήραν τηλέφωνο τον πετρελαιά να πάει να τους βάλει πετρέλαιο στα σπίτια τους, μην τυχόν και κρυώσουν. Γιατί, βλέπεις, η μέριμνα για τον εαυτό τους είναι πάντα σε πρώτο πλάνο. Η μέριμνα για τον πολίτη; Ε, αυτό είναι άλλο κεφάλαιο, συνήθως κενό. Και να πεις ότι δεν έχουν ιστορικό; Το έχουν. Γιατί δεν είναι λίγες οι φορές που έμειναν κλειστά σχολεία στην επαρχία επειδή… άδειασε το πετρέλαιο. Όχι επειδή χιόνισε, όχι επειδή έπεσαν δέντρα, όχι επειδή πάγωσαν οι δρόμοι. Αλλά επειδή δεν είχαν φροντίσει να έχουν πετρέλαιο. Εκεί φτάσαμε. Κι όταν βλέπεις τέτοια πράγματα, δεν χρειάζεται να είσαι ειδικός για να βγάλεις συμπέρασμα. Το συμπέρασμα βγαίνει μόνο του: Δεν λειτουργεί τίποτα. Όχι επειδή δεν υπάρχουν άνθρωποι. Αλλά επειδή δεν υπάρχει οργάνωση, δεν υπάρχει σχέδιο, δεν υπάρχει η στοιχειώδης αίσθηση ευθύνης. Κι έτσι, ενώ αλλού ανοίγουν αίθουσες, μοιράζουν αλάτι, ενημερώνουν πολίτες και προετοιμάζονται, στην επαρχία της ακινησίας το μόνο που κινείται είναι το τηλέφωνο προς τον πετρελαιά. Γιατί εκεί, η προστασία του πολίτη είναι πολυτέλεια. Αλλά η ζεστασιά στο σπίτι… υποχρέωση.

Η επαρχία που δεν προβληματίζεται ποτέ

Και μετά αναρωτιούνται —με ύφος δήθεν απορημένο— γιατί η επαρχία μας είναι τελείως για πέταμα. Λες και δεν ξέρουν. Λες και δεν βλέπουν. Λες και δεν ζουν εδώ. Δεν θα μιλήσω υποθετικά, ούτε θα πω «κάπου άκουσα». Θα μιλήσω με πραγματικά γεγονότα, αυτά που όλοι ξέρουν αλλά κανείς από αυτούς που πρέπει δεν τα αγγίζει ούτε με τσιμπιδάκι. Γιατί; Γιατί δεν τους καίγεται καρφί. Ποια είναι η αλήθεια; Η αλήθεια είναι ότι ήρθαν πάνω από 50 στρατιωτικοί στο αεροδρόμιο, νέοι άνθρωποι, εργαζόμενοι, με σταθερό ωράριο, με ανάγκη για στέγη κοντά στη δουλειά τους. Και στην «επαρχία του Κιμ» —όπως την αποκαλεί ο κόσμος, όχι εγώ— δεν έκατσε ούτε ένας. Ούτε ένας. Μηδέν. Άδειο το καλάθι. Και μην ακούσω δικαιολογίες του τύπου «ε, δεν έτυχε». Δεν είναι θέμα τύχης. Είναι θέμα εικόνας, λειτουργίας, σοβαρότητας. Όταν ο άλλος ξεκινάει δουλειά στις 8 το πρωί και προτιμάει να μένει Θεσσαλονίκη, Κατερίνη, Βέροια, να κάνει χιλιόμετρα κάθε μέρα, να πληρώνει βενζίνες, διόδια, χρόνο και ταλαιπωρία, αντί να μείνει δίπλα στη δουλειά του, κάτι δεν πάει καλά. Κάτι βρωμάει. Κάτι φωνάζει. Αλλά προβληματίστηκε ποτέ κανένας; Σιγά να μην προβληματίστηκαν.

Η επαρχία που διώχνει κόσμο χωρίς να το καταλαβαίνει

Γιατί να προβληματιστούν; Εδώ δεν προβληματίζονται για τα βασικά. Δεν προβληματίζονται όταν μένουν σχολεία χωρίς πετρέλαιο. Δεν προβληματίζονται όταν οι δρόμοι γίνονται παγοδρόμια. Δεν προβληματίζονται όταν οι υπηρεσίες λειτουργούν με ρυθμούς χελώνας που έχει πάρει σύνταξη. Θα προβληματιστούν για το ότι κανείς δεν θέλει να μείνει εδώ; Η επαρχία μας έχει γίνει ένα μέρος όπου ο κόσμος έρχεται μόνο για να δουλέψει και φεύγει τρέχοντας για να ζήσει αλλού. Κι αυτό δεν είναι τυχαίο. Είναι αποτέλεσμα χρόνων αδιαφορίας, προχειρότητας και μιας νοοτροπίας που λέει «έλα μωρέ, δεν βαριέσαι». Μόνο που ο κόσμος βαριέται. Και κουράζεται. Και στο τέλος… φεύγει. Και όταν φεύγει ο κόσμος, δεν φεύγει μόνος του. Παίρνει μαζί του ζωή, κίνηση, οικονομία, προοπτική. Παίρνει μαζί του αυτό που θα μπορούσε να είναι η επαρχία —και δεν είναι. Και το πιο τραγικό; Αυτοί που πρέπει να προβληματιστούν, συνεχίζουν να κοιτάνε αλλού. Σαν να μην τρέχει τίποτα. Σαν όλα να λειτουργούν ρολόι. Μόνο που το ρολόι εδώ έχει σταματήσει χρόνια τώρα. Και κανείς δεν έχει μπει στον κόπο να το κουρδίσει.

Η καταγγελία, τα κλαδιά και το… καθεστώς της ακινησίας

Άλλο ένα περιστατικό ήρθε στην επιφάνεια και, πραγματικά, δεν χρειάζεται κανείς να έχει φαντασία για να καταλάβει πώς λειτουργεί το καθεστώς της επαρχίας μας. Ένας δημότης —ένας άνθρωπος που τόλμησε να κάνει το αυτονόητο— υπέβαλε μια απλή καταγγελία: κλαδιά πεταμένα σε δημόσιο χώρο, βρωμιά, εγκατάλειψη, εικόνα ντροπής. Τίποτα εξωπραγματικό, τίποτα υπερβολικό. Μια απλή επισήμανση για κάτι που θα έπρεπε να είχε λυθεί πριν καν χρειαστεί να το πει κάποιος. Και τι έγινε μετά;Περάσανε μέρες. Πέρασε εβδομάδα. Πέρασε δεύτερη. Πέρασε μήνας. Τα κλαδιά εκεί. Σαν μνημείο αδιαφορίας. Σαν υπενθύμιση ότι εδώ, στην επαρχία του «όλα καλά», η καθαριότητα είναι προαιρετική και η ευθύνη… μεταφυσική έννοια. Κανείς δεν τα σήκωσε. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε. Κανείς δεν μπήκε στον κόπο να κάνει τη δουλειά του. Αλλά μην νομίζετε ότι δεν έγινε τίποτα. Όχι, όχι. Κάτι έγινε. Κάτι πολύ σημαντικό —για τα δεδομένα του καθεστώτος. Αντί να πάνε να μαζέψουν τα κλαδιά, αντί να καθαρίσουν τον χώρο, αντί να δείξουν ότι λειτουργούν, άρχισαν να ψάχνουν ποιος έκανε την καταγγελία. Αυτό τους έκαιγε. Αυτό τους ενδιέφερε. Όχι η βρωμιά, όχι η εικόνα της πόλης, όχι η ευθύνη τους. Αλλά ο «ένοχος» που τόλμησε να μιλήσει.

Η λογική του “μη μιλάς” και η εξήγηση που δεν θέλει κανείς να δώσει

Και τώρα, δώστε εσείς όποια εξήγηση θέλετε. Γιατί η πραγματική εξήγηση είναι τόσο απλή που πονάει. Στην επαρχία αυτή, το πρόβλημα δεν είναι τα κλαδιά. Το πρόβλημα είναι η φωνή. Το πρόβλημα είναι ότι κάποιος τόλμησε να πει «εδώ υπάρχει βρωμιά». Το πρόβλημα είναι ότι κάποιος δεν έσκυψε το κεφάλι. Δεν έκανε τα στραβά μάτια. Δεν είπε «έλα μωρέ, δεν βαριέσαι».Και το καθεστώς δεν αντέχει τέτοια πράγματα. Δεν αντέχει πολίτες που μιλάνε. Δεν αντέχει πολίτες που απαιτούν. Δεν αντέχει πολίτες που θυμούνται ότι έχουν δικαιώματα. Γι’ αυτό και η πρώτη τους αντίδραση δεν είναι να λύσουν το πρόβλημα, αλλά να βρουν τον «ταραξία». Να τον εντοπίσουν. Να τον «συνετίσουν». Να του δείξουν ότι εδώ, στην επαρχία του «μη μιλάς», η σιωπή είναι ο κανόνας.Και κάπως έτσι, τα κλαδιά μένουν εκεί. Η βρωμιά μένει εκεί. Η εικόνα παραμένει ίδια. Γιατί το σύστημα δεν ενδιαφέρεται να καθαρίσει τον χώρο. Ενδιαφέρεται να καθαρίσει… τις φωνές. Και όσο αυτό συνεχίζεται, μην απορεί κανείς γιατί η επαρχία μας μοιάζει εγκαταλελειμμένη. Δεν είναι ότι δεν μπορούν να λειτουργήσουν. Είναι ότι δεν θέλουν να λειτουργήσουν. Γιατί όταν λειτουργεί ο τόπος, δυναμώνει και ο πολίτης. Κι αυτό, για κάποιους, είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα απ’ όλα.

Να γυρίσουμε, λοιπόν, στον όμορφο Γιδά…

Αφήνουμε για λίγο τα βαριά και τα θλιβερά και επιστρέφουμε στα δικά μας, τα τοπικά, τα ζουμερά. Γιατί εδώ, στον Γιδά, οι ειδήσεις δεν έρχονται απλώς· ξεπηδούν σαν τα νερά του Αλιάκμονα όταν φουσκώνει. Και τώρα, τι έχουμε; Ξεσηκωμό. Ολόκληρη η περιοχή στο πόδι για τα διόδια. Από τον πιο ήσυχο μέχρι τον πιο φωνακλά, όλοι βγήκαν από τα σπίτια τους, άλλος με το καφέ στο χέρι, άλλος με το τρακτέρ, άλλος με το κινητό για live μετάδοση. Και φυσικά, μαζί με τον κόσμο, βγήκε κι εκείνος. Ο γνωστός. Ο άνθρωπος που όταν περνάει τις μεγάλες πόρτες, οι πόρτες δεν τρίζουν αλλά στέκονται προσοχή. Ό,τι πει, γίνεται. Ή μάλλον… ό,τι πει, τελειώνει. Κυριολεκτικά. Και να σου πω την αλήθεια, εγώ μόνο τώρα ησύχασα. Γιατί όταν μιλάει αυτός, ξέρεις ότι κάτι θα γίνει. Μπορεί να μη γίνει αυτό που θέλεις, αλλά κάτι θα γίνει. Δεν πρέπει να ξεχνάμε το ιστορικό του. Όπου έβαλε το χεράκι του, οι δουλειές έκλεισαν. Από την ανάποδη, θα μου πεις. Ε, ναι. Αλλά έκλεισαν. Ποιος φώναζε για την εφορία; Έκλεισε. Ποιος φώναζε για το υποθηκοφυλακείο; Έκλεισε. Ποιος φώναζε για το ειρηνοδικείο; Έκλεισε. Ποιος φώναζε για τα ΕΛΤΑ; Έκλεισαν. Ποιος φώναζε να μην ανοίξει αποτεφρωτήριο; Ε, έχει κάψει μέχρι τώρα καμιά εκατοστή. Να τα λέμε κι αυτά. Έχει συνέπεια ο άνθρωπος. Άμα φωνάξει, κάτι θα συμβεί. Μπορεί να μην είναι αυτό που περιμένεις, αλλά θα συμβεί.

Και τώρα… τα διόδια. Πες ότι άνοιξαν κιόλας

Και φτάνουμε στο σήμερα. Στα φρέσκα. Στα διόδια που έρχονται σαν απρόσκλητος συγγενής σε γάμο: δεν τον θέλεις, αλλά ξέρεις ότι θα κάτσει πρώτο τραπέζι. Ο κόσμος βράζει. Οι οδηγοί αγανακτούν. Οι επαγγελματίες φωνάζουν. Οι αγρότες ακονίζουν τα επιχειρήματά τους. Και στη μέση όλων, ο δικός μας άνθρωπος, ο άνθρωπος της καρδιάς μας, που βγήκε μπροστά και είπε το μεγάλο «όχι». Ή μάλλον, το μεγάλο «να μην ανοίξουν». Και κάπου εκεί, εγώ χαμογέλασα. Γιατί με το ιστορικό που έχει, αν φωνάζει να μην ανοίξουν, τότε… πες ότι άνοιξαν κιόλας. Αυτό είναι το ωραίο με τον τόπο μας: τίποτα δεν είναι προβλέψιμο, αλλά όλα είναι αναμενόμενα. Ο Γιδάς έχει μάθει να ζει με τις αντιφάσεις του, να γελάει με τα παθήματά του και να σχολιάζει με χιούμορ όσα άλλοι θα έπαιρναν κατάκαρδα. Και μέσα σε όλο αυτό, ο άνθρωπος μας συνεχίζει να γράφει ιστορία. Άλλοτε ως πρωταγωνιστής, άλλοτε ως καταλύτης, πάντα όμως ως σημείο αναφοράς. Και κάπως έτσι, με τα διόδια να έρχονται, τον κόσμο να φωνάζει και κάποιον στο βάθος του ορίζοντα να… προφητεύει, ο Γιδάς συνεχίζει. Γιατί εδώ, ό,τι κι αν γίνει, έχουμε πάντα κάτι να λέμε. Και κυρίως, κάποιον να… φοβόμαστε μην ξαναφωνάξει.

Τα λεφτά, τα χρόνια και η μοναξιά που έρχεται

Και για να μην κουραζόμαστε, το κλείνω εδώ. Γιατί το τελευταίο που έχω να πω —και το λέω με όση ευγένεια μου έχει απομείνει— είναι πως δεν γίνεται, ρε φίλε, να είσαι 70 χρονών και να τα μετράς όλα με λεφτά. Δεν γίνεται να ξυπνάς, να κοιμάσαι, να μιλάς, να θυμώνεις, να γελάς, όλα με το ίδιο μέτρο: το πορτοφόλι. Στο φινάλε, δεν έχεις μόνο εσύ λεφτά. Έχουν κι άλλοι. Και μάλιστα περισσότερα. Και θα τους βρεις μπροστά σου, γιατί έτσι πάει το πράγμα: όταν νομίζεις ότι είσαι ο μόνος με γεμάτο λογαριασμό, εμφανίζεται κάποιος με διπλάσιο και σου κόβει τη φόρα. Αλλά η απορία του κόσμου δεν είναι αν μπορείς να κάνεις κάτι χωρίς λεφτά. Όχι. Η απορία είναι άλλη: έχεις έστω έναν φίλο; Έναν άνθρωπο που να μην έρχεται δίπλα σου για τα λεφτά; Γιατί αυτά που είπες κατά καιρούς, τα έχεις πει για όλους. Για συνεργάτες, για γνωστούς, για συγγενείς, για αντιπάλους, για φίλους που έγιναν εχθροί και εχθρούς που έγιναν… τίποτα. Να το κοιτάξεις, λοιπόν. Γιατί θα σου χρειαστεί. Σε δύο χρόνια από τώρα, όταν θα είσαι ολομόναχος, χωρίς χειροκροτητές, χωρίς αυλικούς, χωρίς εκείνους που σήμερα σου χτυπάνε την πλάτη και αύριο θα κάνουν πως δεν σε ξέρουν. Και ξέρεις τι; Με το που νευρίασες, είπες και την αλήθεια. Σαν στα έργα που δεν μαρτυράνε, αλλά μόλις τους βρεις το αδύνατο σημείο, λένε περισσότερα απ’ όσα ξέρουμε ήδη. Έτσι κι εσύ: μια ρωγμή, ένα νεύρο, μια κουβέντα παραπάνω, και φάνηκαν όλα.

Το ανέκδοτο των 8 χρόνων και οι εφιάλτες

Τέλος πάντων. Αφού τελείωσες με τα σοβαρά, είπες να πεις κι ένα ανέκδοτο. Ότι θα διοικείς την επαρχία για τα επόμενα οκτώ χρόνια. Το είπες με ύφος, με αυτοπεποίθηση, με εκείνη τη σιγουριά που έχουν μόνο όσοι δεν έχουν καταλάβει τι έρχεται. Γιατί ο κόσμος δεν τρώει κουτόχορτο. Ο κόσμος βλέπει, ακούει, θυμάται. Και κυρίως, ο κόσμος αλλάζει. Δεν είναι 1990, ούτε 2000, ούτε καν 2010. Είναι άλλες εποχές. Και οι εποχές αυτές δεν συγχωρούν αλαζονεία. Γι’ αυτό, μια συμβουλή —όχι κακή, ανθρώπινη: τα παράθυρα κλειστά όταν κοιμάσαι. Και προσοχή στους εφιάλτες. Γιατί οι εφιάλτες δεν έρχονται από έξω. Από μέσα έρχονται. Από αυτά που είπες, από αυτά που έκανες, από αυτά που νόμιζες ότι δεν θα μάθει κανείς. Και κυρίως από αυτά που πίστεψες ότι μπορείς να συνεχίσεις να κάνεις για άλλα οκτώ χρόνια. Ο κόσμος αλλάζει. Οι ισορροπίες αλλάζουν. Και κάποια στιγμή, όσο κι αν μετράς λεφτά, όσο κι αν μετράς χρόνια, όσο κι αν μετράς ψήφους, θα χρειαστεί να μετρήσεις κάτι που δεν αγοράζεται: ανθρώπους. Και τότε θα δούμε πόσοι θα μείνουν δίπλα σου. Μέχρι τότε… καλή τύχη. Θα τη χρειαστείς.

Ο Αντιδήμαρχος