Το νερό της διαφάνειας… το πίνουν άλλοι

Κάπου ανάμεσα στις τρεις καλοκαιρινές εκδηλώσεις των διακοσίων χιλιάδων ευρώ —που ως δια μαγείας αποδίδουν δέκα— και στις φωτογραφίες με τα χαμόγελα μέχρι τα αυτιά, υπάρχει μια μικρή, ασήμαντη λεπτομέρεια: κανείς δεν δίνει λογαριασμό.

Όχι επειδή δεν υπάρχει. Απλώς επειδή δεν χρειάζεται. Όταν παίζεις το παιχνίδι «κάνω την πάπια», το πρώτο που μαθαίνεις είναι να μην ακούς ερωτήσεις. Κι όμως, πρέπει να βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά. Να ρωτήσουμε. Να απαιτήσουμε απαντήσεις. Όχι ρητορικές, όχι φιλολογικές. Κανονικές. Από αυτές που σε μια κανονική πόλη θα δίνονταν αυτονόητα.

Αλλά εδώ; Εδώ οι αρμόδιοι έχουν ανακαλύψει την τέχνη της εξαφάνισης: εξαφανίζουν ευθύνες, εξαφανίζουν στοιχεία, εξαφανίζουν και τη διάθεση να μιλήσουν. Και η απορία παραμένει: η αντιπολίτευση —αυτή που εκπροσωπεί το 20% όσων μπήκαν στον κόπο να ψηφίσουν— δεν έχει περιέργεια να μάθει πού πάνε τα χρήματα; Δεν αναρωτιέται; Δεν ιδρώνει το αυτί κανενός; Φαίνεται πως όχι. Γιατί όταν κάτι συμβαίνει μπροστά σου και δεν ρωτάς, αυτό δεν λέγεται αδιαφορία. Λέγεται συνενοχή. Και η συνενοχή, όσο κι αν κάποιοι το ξεχνούν, έχει συνέπειες. Ούτε φυσικά οι δημοτικοί σύμβουλοι. Που νομίζουν ότι θα είναι για πάντα εκεί και δεν μπορεί να τους ακουμπήσει κανένας νόμος.

Όταν αλλάξει ο καιρός… αλλάζουν και οι ρόλοι

Υπάρχει μια στιγμή που όλα τα ωραία τελειώνουν: οι κορδέλες, τα δελτία Τύπου, οι απειλές για μηνύσεις σε όσους τολμούν να μιλήσουν. Γιατί, ναι, αυτό είναι το νέο χόμπι: αντί για απαντήσεις, απειλές. Αντί για διαφάνεια, εκφοβισμός. Μόνο που η ιστορία έχει δείξει πως όσοι απειλούν σήμερα, αύριο μπορεί να κάθονται στο εδώλιο και να εξηγούν γιατί «δεν ήξεραν», «δεν άκουσαν», «δεν κατάλαβαν».

Και τότε, ξαφνικά, όλοι θυμούνται. Θυμούνται ότι υπήρχαν νόμοι. Θυμούνται ότι υπήρχαν διαδικασίες. Θυμούνται ότι κάποτε κάποιος τους είχε προειδοποιήσει. Γι’ αυτό κρατήστε το αυτό που γράφω σήμερα: όταν αλλάξουν τα πράγματα —και πάντα αλλάζουν— κάποιοι δεν θα φύγουν απλώς από τις καρέκλες τους. Θα χρειαστεί να λογοδοτήσουν. Μέχρι τότε, εμείς θα συνεχίσουμε να ρωτάμε. Ακόμη κι αν εκείνοι συνεχίζουν να το κάνουν… γαργάρα.

Καρναβάλι είναι, όχι… κατάποση ευθυνών

Μπήκαμε στον μήνα του καρναβαλιού, εκείνον τον μαγικό, τον πολύχρωμο, τον… περίεργο. Γιατί πάντα κάτι κουλό φέρνει. Και φέτος, σε ένα δήμο όχι και τόσο μακρινό από εμάς —μην ψάχνετε χάρτες, θα χαθείτε— το θαύμα επαναλαμβάνεται: ετοιμάζουν καρναβαλική παρέλαση χωρίς να έχουν πληρωθεί τα περσινά. Ναι, σωστά διαβάζετε. Ούτε ευρώ. Ούτε μισό. Ούτε «θα σας βάλουμε κάτι έναντι». Τίποτα. Και όχι μόνο αυτό.

Έχουν και το θράσος να τους ρίχνουν στο φιλότιμο: «Μη στεναχωριέστε, φέτος θα πληρωθείτε με το παραπάνω». Μα καλά, ρε παιδιά… εδώ δεν πληρώσατε τα περσινά. Έρχεται νέα εκδήλωση και το αφήγημα είναι «φέτος θα πάρετε παραπάνω»; Από πού; Από ποιο ταμείο; Από ποια μαγική κατσαρόλα που βγάζει χρήμα όπως ο μάγος βγάζει περιστέρια; Το καρναβάλι έχει μια γοητεία: για λίγο όλοι φοράνε μάσκες. Το πρόβλημα είναι όταν κάποιοι τις κρατάνε και μετά.

Κι εκεί που νομίζαμε ότι τα είχαμε δει όλα…

Λες «εντάξει, εδώ έχουμε κάτι θεματάκια, αλλά τουλάχιστον δεν είμαστε οι χειρότεροι». Και μετά μαθαίνεις τι γίνεται αλλού και λες: «Δόξα τω Θεώ, Παναγία μου, κράτα μας γερούς». Γιατί εκεί, σε μια άλλη περιοχή —αγροτική, ήσυχη, με χωράφια, ζώα και… δημιουργική φαντασία— έχουν ανακαλύψει νέο σύστημα διοίκησης. Το λένε «πάρε-δώσε». Κυριολεκτικά. Προσλαμβάνουν, λέει, ανθρώπους ως υδρονομείς, εργαζόμενους του δήμου, και αντί να τους στείλουν να κάνουν τη δουλειά τους, τους στέλνουν στα χωράφια των διοικούντων.

Και όχι μόνο αυτό: τους μεταφέρουν κιόλας με τα αυτοκίνητα του δήμου. Δηλαδή, δημόσιο καύσιμο, δημόσιο όχημα, δημόσιος υπάλληλος — ιδιωτική παραγωγή. Ένα θαύμα της τοπικής αυτοδιοίκησης. Και σαν να μην έφτανε αυτό, υπάρχουν κι άλλοι που μαζεύουν την παραγωγή των αντιδημάρχων και πληρώνονται… με μια πρόσληψη. Μπράβο. Πρωτοπορία. Ανταλλακτική οικονομία. Μόνο που εδώ δεν μιλάμε για παζάρι, μιλάμε για δήμο. Και το ερώτημα είναι απλό: Τι είναι αυτά ρε;

Μακριά από τον Γιδά τέτοια…

Και μετά λέμε ότι υπερβάλλουμε όταν γράφουμε για τα δικά μας. Όχι, φίλε μου. Εδώ είμαστε υπόδειγμα. Παράδειγμα προς μίμηση. Γιατί αυτά που συμβαίνουν αλλού είναι τόσο τραγικά, τόσο εξωφρενικά, που μοιάζουν με σενάριο κακής κωμωδίας. Και το χειρότερο; Όλοι το ξέρουν. Όλοι το βλέπουν. Κανείς δεν μιλά. Κανείς δεν ρωτά. Κανείς δεν αναρωτιέται πώς γίνεται ένας δήμος να λειτουργεί σαν οικογενειακό κτήμα.

Και όταν δεν ρωτάς, όταν δεν ενδιαφέρεσαι, όταν κάνεις ότι δεν βλέπεις, τότε δεν είσαι απλώς αδιάφορος. Είσαι συνένοχος. Ευτυχώς, λέμε, που αυτά δεν συμβαίνουν εδώ. Μακριά από τον Γιδά τέτοια. Εδώ μπορεί να έχουμε τα δικά μας, αλλά τουλάχιστον δεν έχουμε φτάσει στο σημείο να θερίζουν οι δημότες και να κονομάνε χωρίς να πληρώνουν…οι αντιδήμαρχοι.

Αυτή είναι η αλήθεια – κι ας μην τους αρέσει

Πάμε λοιπόν στα σοβαρά, γιατί στον Γιδά έχουμε φτάσει στο σημείο να βγαίνουν ανακοινώσεις όχι από αυτούς που αφορά το θέμα, αλλά από κάτι «ειδικούς» που νομίζουν ότι ξέρουν τα πάντα, ενώ δεν γνωρίζουν ούτε τα βασικά. Γιατί αν τα γνώριζαν, δεν θα έτρεχαν να φωνάζουν για «χρήματα που δεν πήραμε». Θα έλεγαν γιατί δεν τα πήραν. Αλλά αυτό απαιτεί γνώση, όχι εντυπωσιασμό. Ας τους το θυμίσω λοιπόν εγώ, μπας και σταματήσει το πανηγύρι της άγνοιας. Ή της πονηριάς για να το πούμε καλύτερα. Για να πάρει ένας δήμος χρήματα, χρειάζεται πρώτα Απόφαση Ένταξης. Αυτό σημαίνει ότι το έργο εγκρίνεται και «κλειδώνει» το ποσό. Αυτό έχει γίνει για τον Δήμο Αλεξάνδρειας. Το έργο είναι επίσημα ενταγμένο. Από εκεί και πέρα όμως, η εκταμίευση δεν πέφτει από τον ουρανό. Δεν γίνεται όλη μαζί.

Γίνεται τμηματικά και ΜΟΝΟ όταν ο δήμος: • δημοπρατήσει το έργο • αναδείξει ανάδοχο • υπογράψει σύμβαση • στείλει δικαιολογητικά πληρωμής στο Υπουργείο.  Άρα: το ότι εγκρίθηκαν 431.199,99 € για τα αδέσποτα δεν σημαίνει ότι έχουν εκταμιευτεί. Η εκταμίευση γίνεται ΜΟΝΟ όταν ξεκινήσει το έργο και προχωρήσουν οι διαδικασίες. Και τι ισχύει σήμερα; Από όσα έχουν δημοσιευτεί, δεν υπάρχει ούτε μία ανάρτηση στη ΔΙΑΥΓΕΙΑ που να δείχνει ότι έγινε δημοπράτηση, ανάδοχος, σύμβαση ή πληρωμή.

Συμπέρασμα: Τα 431.199,99 € δεν έχουν εκταμιευτεί. Τελεία. Θα εκταμιευτούν όταν ο δήμος κάνει αυτά που πρέπει. Τα υπόλοιπα περί προσπαθειας και σχεδιασμού από τον δήμο, ο κόσμος τα γνωρίζει πολύ καλά και μια ανακοίνωση δεν μπορεί να αλλάξει την πραγματικότητα. Ουσιαστικά τα χρήματα είναι στο συρτάρι και ο Γιδάς δεν πάει να τα πάρει.

Καφές, αδέσποτα και… Εισαγγελέας: το νέο lifestyle του Γιδά

Λοιπόν, για να τελειώνουμε με τα σοβαρά της εβδομάδας και να το ελαφρύνουμε λίγο: στο θέμα με τα αδέσποτα και το «ντου» που μας έκαναν οι κρατικές υπηρεσίες, εγώ —και το λέω χωρίς ντροπή— είμαι με το μέρος του αρμόδιου. Ο άνθρωπος είπε την αλήθεια. Όχι μισή, όχι τρία τέταρτα, ολόκληρη. Και όλοι οι υπόλοιποι τρέχουν δεξιά–αριστερά να βρουν λάθος εκεί που δεν υπάρχει. Κλασικά πράγματα. Και όχι μόνο αυτό. Χάρη σε αυτόν μάθαμε και κάτι καινούργιο. Κάτι επαναστατικό. Κάτι που αλλάζει τη ζωή μας. Γιατί, όπως φαίνεται, δεν χρειάζεται πια να ψάχνουμε καφέ στον Γιδά. Τι να τον κάνεις τον καφέ της πλατείας, τον φρέντο, τον καπουτσίνο, τον ντεκαφεϊνέ; Όλος ο Γιδάς είναι γεμάτος καφετέριες, αλλά εμείς πλέον έχουμε νέο στέκι: το γραφείο του Εισαγγελέα.

Ναι, φίλε μου. Εκεί θα πηγαίνουμε από δω και πέρα για καφέ. Γιατί, μεταξύ μας, υπάρχει πιο ωραίο μέρος; Πας, κάθεσαι, πίνεις το καφεδάκι σου, λες τα προβλήματά σου, λες και τα προβλήματα των άλλων — γιατί για Εισαγγελέα μιλάμε, όχι για τίποτα τυχαίους που κάθονται στα καφέ και λένε «άκου τι έμαθα». Εδώ μιλάς και σε ακούνε. Ή τουλάχιστον σε κοιτάνε με εκείνο το βλέμμα του ανθρώπου που σκέφτεται «πού μπλέξαμε πάλι». Και το καλύτερο; Μπορείς να κάτσεις και όλο το βράδυ. Να τα πεις όλα. Να τα ξαναπείς. Να τα πεις τρίτη φορά για να είσαι σίγουρος ότι γράφτηκαν. Και να φύγεις το επόμενο πρωί, ανανεωμένος, ήρεμος, με την αίσθηση ότι έκανες το καθήκον σου ως πολίτης.

Γιατί, ας μην κοροϊδευόμαστε, στον Γιδά έχουμε δει πολλά, αλλά αυτό με τον καφέ στον Εισαγγελέα είναι το πιο πρακτικό που μας έχει συμβεί. Οπότε ναι, εγώ είμαι με τον αρμόδιο. Όχι μόνο είπε την αλήθεια, αλλά μας άνοιξε και νέους ορίζοντες. Από δω και πέρα, όταν λέμε «πάμε για έναν καφέ;», η απάντηση θα είναι μία: «Πάμε Εισαγγελέα ή θες κάτι πιο χαλαρό;» Και κάπως έτσι κλείνουμε την εβδομάδα. Με χιούμορ, με καφέ και με λίγη… δικαστική ατμόσφαιρα. Γιατί στον Γιδά, αν μη τι άλλο, δεν βαριόμαστε ποτέ.

Νέμεσις, μηνύσεις και καφές… με θέα τα δικαστήρια

Και μην ξεχάσω το κυριότερο, γιατί αυτά δεν πρέπει να μένουν απ’ έξω. Επειδή έχει γίνει της μόδας —όπως τα φαρδιά παντελόνια στα 90s— όταν κάποιος ζορίζεται, να αρχίζει τις απειλές για μηνύσεις. Λες και είναι κανένα αποκλειστικό δικαίωμα, σαν να λένε «εμείς έχουμε το copyright στις μηνύσεις, οι άλλοι να κάτσουν φρόνιμα». Ε, λοιπόν, να τους πω κάτι πολύ φιλικά, ανθρώπινα, σχεδόν τρυφερά: μηνύσεις μπορούν να κάνουν κι άλλοι. Δεν είναι προνόμιο, δεν είναι τίτλος ευγενείας, δεν είναι παράσημο. Είναι εργαλείο που το έχουν όλοι. Αλλά το καλύτερο δεν είναι αυτό. Το καλύτερο είναι ότι, στην προσπάθειά τους να ρίξουν στάχτη στα μάτια, μάλλον έχουν ξεχάσει με ποιον τα έχουν βάλει.

Γιατί, καλοί μου άνθρωποι, πριν αρχίσετε να απειλείτε, ρωτήστε πρώτα τι σημαίνει αυτή η ''Νέμεσις'' που σας έχει βάλει στο μάτι. Ακού να δεις λέξη που βρήκαν κι αυτοί να χρησιμοποιήσουν. Αν τη ρωτήσουν, αν τη μάθουν, αν τη χωνέψουν, τότε ίσως καταλάβουν πού έχουν μπλέξει. Γιατί η Νέμεσις δεν είναι απειλή. Είναι υπενθύμιση. Είναι το «ό,τι κάνεις, το βρίσκεις». Και μερικοί έχουν κάνει πολλά. Αυτά τα λίγα για σήμερα. Δεν χρειάζονται περισσότερα. Το υπόλοιπο το αναλαμβάνει ο χρόνος — και η Νέμεσις, που δεν ξεχνά ποτέ. Και τώρα, όπως είπαμε: Πάμε Εισαγγελέα για καφέ και κουτσομπολιό. Γιατί, μεταξύ μας, δεν υπάρχει πιο ασφαλές μέρος να πεις αυτά που θες. Κι αν κάτσουμε μέχρι το πρωί, ακόμα καλύτερα. Θα έχουμε και φρέσκα νέα. Μέχρι αύριο, λοιπόν. Στον Γιδά ποτέ δεν βαριόμαστε.

Ο Αντιδήμαρχος