Τι θυμήθηκα…

Τι θυμήθηκα πάλι, μέρα που είναι. Θυμήθηκα εκείνες τις πρώτες ώρες στα Τέμπη, τότε που η χώρα έψαχνε ακόμη για επιζώντες μέσα στα σπασμένα βαγόνια, κι όμως… όλα πάγωσαν.

Όχι από σεβασμό, όχι από σιωπή, αλλά για να στηθεί το γνωστό σκηνικό: κάμερες, φώτα, στεφάνια, λουλούδια, πλάνα που να «γράφουν». Η πραγματικότητα σταμάτησε για να συνεχιστεί η παράσταση. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε καπνούς και ουρλιαχτά, η τραγωδία έγινε σκηνικό. Σε ποια άλλη χώρα θα μπορούσε να συμβεί αυτό; Σε ποια άλλη χώρα θα έμπαινε η ανθρώπινη αγωνία σε παύση, για να προλάβει η εικόνα να βγει σωστή;

Εδώ, όμως, έχουμε παράδοση. Στις μεγάλες στιγμές, δεν ψάχνουμε ευθύνες, ψάχνουμε πλάνα. Δεν αναζητούμε αλήθεια, αναζητούμε συμβολισμούς. Και δεν τιμούμε τους νεκρούς, τιμούμε την ευκαιρία να φανεί ότι «κάτι κάνουμε». Κι έτσι, κάθε επέτειος γίνεται μια ακόμη υπενθύμιση ότι η χώρα δεν πάσχει από έλλειψη τεχνολογίας, ούτε από έλλειψη πόρων. Πάσχει από έλλειψη ντροπής. Γιατί όταν η μνήμη γίνεται σκηνικό, τότε η λήθη είναι θέμα χρόνου.

Ποιοι μιλάνε για πολιτικοποίηση;

Φυσικά και ο Γιδάς δεν θα μπορούσε να λείπει από τις συγκεντρώσεις για τα Τέμπη. Εδώ εμφανίζεται σε εγκαίνια παρτεριού, σε κοπή πίτας συλλόγου με τρία μέλη, σε φωτογραφίες με γάτες που «υιοθετήθηκαν από τον Δήμο». Στις Τέμπη θα έλειπε; Αστειευόμαστε τώρα; Αλλά εδώ έχω μια ένσταση. Οι συγκεντρώσεις αυτές δεν είναι πασαρέλα. Δεν είναι ευκαιρία για να βγάλει ο καθένας το πολιτικό του μεροκάματο. Είναι χώρος μνήμης, οργής, αξιοπρέπειας. Είναι άνθρωποι που πενθούν, που ζητούν δικαιοσύνη, που δεν ξεχνούν. Ο καθένας με τον δικό του τρόπο, χωρίς σκηνοθεσίες και χωρίς κομματικές σημαίες κρυμμένες στις τσέπες.

Κι όμως, οι ίδιοι που τρέχουν πρώτοι να στηθούν μπροστά στις κάμερες, οι ίδιοι που μετατρέπουν κάθε πλατεία σε προεκλογικό φυλλάδιο, βγαίνουν τώρα και κατηγορούν την Καρυστιανού ότι «πολιτικοποιεί» το θέμα. Ότι «θέλει να κάνει κόμμα». Ότι «εκμεταλλεύεται τον πόνο». Εσείς τι ακριβώς κάνετε, δεν μας είπατε. Γιατί αν η παρουσία της κοινωνίας είναι πολιτικοποίηση, τότε πώς λέγεται η δική σας; Επικοινωνιακή ορθογραφία; Δημόσιες σχέσεις πένθους; Ή μήπως απλώς αυτό που ξέρετε καλύτερα: να εμφανίζεστε εκεί που φυσάει ο άνεμος;

Από το πένθος στη… Μελίκη

Ο Θεός ας αναπαύει τις ψυχές των αδικοχαμένων ανθρώπων και ας δίνει δύναμη στους δικούς τους. Κι ας κρατήσουμε όλοι την ελπίδα ότι κάποια μέρα θα δικαιωθούν, όχι στα λόγια, αλλά εκεί που μετράει: στην πράξη. Και τώρα, ας αλλάξουμε θέμα – γιατί η ζωή συνεχίζεται, αλλά δεν χρειάζεται να συνεχίζεται με… τέτοιο τρόπο. Πάμε στα «σοβαρά» του Γιδά, δηλαδή στο καρναβάλι της Μελίκης. Αυτό που κάθε χρόνο παλεύει να σταθεί όρθιο, κι αντί να το βοηθήσουμε, το αφήνουμε να γλιστράει όλο και πιο βαθιά στην προχθεσινή κατάντια. Και ξέρουμε όλοι ποιο είναι το πρώτο βήμα για να σωθεί: να φύγουν αυτοί που ευθύνονται για το χάλι.

Όχι να «βελτιωθούν», όχι να «προσπαθήσουν περισσότερο», όχι να «συνεργαστούν καλύτερα». Να φύγουν. Γιατί όταν ένα καρναβάλι με ιστορία, με κόσμο, με παράδοση, καταντάει να μοιάζει με πρόχειρη σχολική γιορτή που στήθηκε σε διάλειμμα, τότε το πρόβλημα δεν είναι ο καιρός, ούτε ο κόσμος, ούτε η κρίση αλλά οι άνθρωποι που το διαχειρίζονται. Η Μελίκη αξίζει καλύτερα. Και το καρναβάλι της μπορεί να σωθεί – αρκεί να το αφήσουν στα χέρια ανθρώπων που ξέρουν τι σημαίνει πολιτισμός και όχι τι σημαίνει «να βγάλουμε την υποχρέωση».

Το καρναβάλι που… τελείωσε πριν αρχίσει

Το καρναβάλι της Δευτέρας στη Μελίκη θύμισε κάτι που όλοι έχουμε ζήσει: μια διοργάνωση που πριν προλάβεις να καταλάβεις ότι ξεκίνησε… είχε ήδη τελειώσει. Μια γιορτή που έσβησε πριν ανάψει. Κι αυτό είναι πολύ τραγικό για μια περιοχή που έχει δίπλα της καρναβάλια-θηρία: Αιγίνιο, Κρύα Βρύση, Βέροια, Νάουσα, Χαλκηδόνα. Παντού ζωή, μουσική, παλμός. Κι εδώ; Μια εικόνα που δεν θα τη ζήλευε κανείς. Και το χειρότερο; Η σύγκριση γίνεται από μόνη της. Δεν χρειάζεται να την επιδιώξεις. Όταν γύρω σου όλα σφύζουν από οργάνωση, συμμετοχή και φαντασία, το δικό σου χάλι φωτίζεται ακόμη περισσότερο.

Δεν κρύβεται. Δεν ωραιοποιείται. Δεν δικαιολογείται. Το καρναβάλι της Μελίκης δεν έπεσε τυχαία τόσο χαμηλά. Δεν φταίει ο καιρός, ούτε ο κόσμος, ούτε η «κρίση». Φταίνε οι επιλογές και οι άνθρωποι που το διαχειρίζονται σαν αγγαρεία, όχι σαν θεσμό. Φταίνε όσοι νομίζουν ότι μια τέτοια διοργάνωση «κάπως θα βγει» χωρίς σχέδιο, χωρίς μεράκι, χωρίς ευθύνη. Αν θέλουμε να σωθεί, πρέπει να αλλάξει χέρια. Γιατί η Μελίκη αξίζει καρναβάλι — όχι καρικατούρα.

Μαθήματα συμπεριφοράς από το Αιγίνιο

Τι θυμήθηκα τώρα που είπα Αιγίνιο; Θυμήθηκα πώς φαίνεται η διαφορά όταν κάποιος κάνει κάτι από διάθεση και όχι από ανάγκη προβολής. Φέρνει ο δήμαρχος τον Τριαντάφυλλο τον τραγουδιστή, γεμίζει η πλατεία με χιλιάδες κόσμο, γίνεται χαμός — και ο ίδιος ο δήμαρχος δεν ανεβαίνει καν στη σκηνή. Δεν χρειάζεται να πει τα γνωστά «ευχαριστούμε που ήρθατε», ούτε να κάνει το καθιερωμένο λογύδριο για να δείξει ότι «είναι παρών». Αφήνει τη γιορτή να είναι γιορτή. Αφήνει τον κόσμο να χαρεί. Αφήνει τον καλλιτέχνη να κάνει τη δουλειά του.

Και ο Τριαντάφυλλος; Τον αποθέωσε. Τον έκανε θεό. Όχι επειδή του το ζήτησε κανείς, αλλά επειδή είδε μια διοργάνωση που στήθηκε σωστά, με σεβασμό, με επαγγελματισμό, με καλή πίστη. Όταν κάτι γίνεται με μεράκι, φαίνεται. Και όταν γίνεται για τα μάτια του κόσμου, φαίνεται ακόμη περισσότερο. Και τώρα, ας κάνουμε τη σύγκριση με τον δικό μας Γιδά. Εδώ, αν δεν ανέβει κάποιος στη σκηνή να πει δυο λόγια, νομίζουν ότι θα χαθεί η ευκαιρία για φωτογραφία. Αν δεν μπει το όνομα σε αφίσα, θεωρείται αποτυχία. Αν δεν γίνει το event εργαλείο προβολής, δεν έχει νόημα. Ε, λοιπόν, έχει. Και το Αιγίνιο το απέδειξε.

Το καρναβάλι που δεν τόλμησε ούτε να αντιγράψει σωστά

Και για να το κλείσουμε με το καρναβάλι, ας πούμε και το τελευταίο. Αφού ο αρμόδιος το σκέφτηκε πονηρά — και καλά έκανε — γιατί δεν το έκανε και σωστά; Πήγε στην Κρύα Βρύση να πάρει άρματα. Ωραία κίνηση. Μπράβο. Αλλά τι πήρε; Ένα. Ένα μόνο. Δηλαδή, αφού μπήκες στη διαδικασία, γιατί δεν πήρες δέκα; Να γίνει χαμός, να πει ο κόσμος «μπράβο, επιτέλους κάτι βλέπουμε». Γιατί, μεταξύ μας, τι ένα, τι δέκα. Η κίνηση είναι η ίδια. Και το ένα είναι του αλλουνού και τα δέκα το ίδιο. Η διαφορά είναι στο αποτέλεσμα. Τώρα όμως; Τώρα είμαστε στο «ούτε έτσι ούτε αλλιώς». Στο «λίγο από όλα και τίποτα από κάτι». Στο «να πούμε ότι κάναμε κάτι, αλλά να μην το κάνουμε και πολύ».

Κι αυτό είναι που εκνευρίζει περισσότερο: όχι το δανεικό άρμα — κανείς δεν θα είχε πρόβλημα με αυτό. Το μισό μέτρο είναι το πρόβλημα. Η λογική του «ας φανεί ότι προσπαθήσαμε». Αν είχες δεκαπέντε άρματα, κανείς δεν θα μπορούσε να σου πει τίποτα. Ο κόσμος θα το χαιρόταν, η Μελίκη θα έδειχνε ότι έχει σφυγμό, και η κουβέντα θα ήταν άλλη. Τώρα όμως; Τώρα απλώς επιβεβαιώθηκε το όνομα που ήδη κυκλοφορεί: μια διοργάνωση που δεν τολμά ούτε να αντιγράψει σωστά.

Το αιώνιο κόλπο του Γιδά

Κι αφού αφήσουμε το καρναβάλι στην ησυχία του — με την ευχή του χρόνου τα άρματα από πέντε να μη γίνουν δύο — ας μπούμε στα «σοβαρά» του Γιδά. Γιατί εκεί, όπως πάντα, υπάρχει υλικό. Πολύ υλικό. Μαθαίνω λοιπόν ότι συνεχίζεται το παλιό, γνώριμο, αιώνιο κόλπο. Αυτό που έχει γίνει τόσο αυτονόητο, που αν μια μέρα σταματήσει, ο Δήμος μάλλον θα πάθει πολιτισμικό σοκ. Πήγε δημότης να κάνει καταγγελία. Λογικό. Αν δεν βρει άκρη στον Δήμο της περιοχής του, πού αλλού να πάει; Μόνο που… δεν βρήκε. Και ποια ήταν η αντίδραση; Όχι να λυθεί το πρόβλημα, να δοθεί μια εξήγηση, να υπάρξει μια στοιχειώδης υπηρεσιακή συμπεριφορά. Όχι.

Το πρώτο που έκαναν ήταν να ψάξουν… με ποιον ήταν πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια. Για να «εξηγήσουν» τη συμπεριφορά της. Και κάπου εδώ αναρωτιέται κανείς: τι σχέση έχει το χάλι των νεκροταφείων με το ποιον άνθρωπο αποφασίζει κάποιος να είναι μαζί και μάλιστα από τον καιρό του Νώε; Πώς συνδέεται η κατάσταση των κοιμητηρίων με την προσωπική ζωή ενός δημότη; Ποιος λογικός άνθρωπος θεωρεί ότι αυτό είναι απάντηση; Την απάντηση την ξέρουν μόνο στον Δήμο του Γιδά. Εκεί όπου, αντί να διορθώσουν τα προβλήματα, διορθώνουν… τους πολίτες.Το αιώνιο κόλπο του Γιδά

Το φλουρί που «έπεσε εκεί που έπρεπε»

Και για να φύγουμε λίγο από τα δικά μας, ας πάμε μια βόλτα μέχρι την Περιφέρεια του Κιμ. Εκεί όπου οι εργαζόμενοι έκοψαν βασιλόπιτα — μια όμορφη, ανθρώπινη στιγμή, μια μικρή ανάσα μέσα στη ρουτίνα. Και μαντέψτε σε ποιον έπεσε το φλουρί. Ναι, σωστά μαντέψατε. Δεν χρειάζεται καν να το πω. Είναι από αυτά που τα ξέρεις πριν τα ακούσεις. Από αυτά που δεν χρειάζονται ανακοίνωση, γιατί η πραγματικότητα έχει ήδη γράψει το σενάριο. Και κάπου εδώ αναρωτιέται κανείς: σε τι εποχές ζούμε; Όχι επειδή το φλουρί έπεσε «τυχαία» εκεί που πέφτει πάντα.

Αλλά επειδή έχουμε φτάσει στο σημείο να μην μας κάνει ούτε εντύπωση. Έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ το προβλέψιμο, το βολικό, το «όπως πρέπει», που όταν συμβαίνει κάτι πραγματικά τυχαίο, το κοιτάμε με καχυποψία. Το φλουρί, βέβαια, δεν είναι το θέμα. Το θέμα είναι η νοοτροπία. Η αίσθηση ότι όλα είναι προδιαγεγραμμένα, ότι τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη, ότι ακόμη και μια βασιλόπιτα πρέπει να «γράψει» σωστά. Κι έτσι, αντί να γελάμε, αντί να χαιρόμαστε, απλώς σηκώνουμε το φρύδι και λέμε: «Ε, ναι. Λογικό».

Ο αθάνατος Γιδάς και η καθημερινότητα που δεν ιδρώνει κανενός το αυτί

Κατά τ’ άλλα, όλα βαίνουν μια χαρά. Οι τρύπες στους δρόμους μεγαλώνουν σαν κρατήρες σε σεληνιακό τοπίο, αλλά κανείς δεν φαίνεται να βιάζεται να τις κλείσει. Οι εταιρείες που σκάβουν κάνουν πάρτι, κι ενώ σε άλλους δήμους ζητούν αποζημιώσεις, εδώ τους δίνουμε και παράταση. Να σκάψουν κι άλλο. Να ολοκληρωθεί το έργο της… διάλυσης. Κι όσο άλλοι δήμοι προσλαμβάνουν προσωπικό για να προλάβουν τις υποχρεώσεις τους, εμείς έχουμε τρεις μήνες που λειτουργούμε με το άρθρο 160. Δηλαδή μόνο τα βασικά. Δηλαδή σχεδόν τίποτα. Δηλαδή «ό,τι γίνει». Κι αυτό θεωρείται κανονικότητα.

Και μέσα σε όλα, χρωστάμε και 1,5 εκατομμύριο στη ΔΕΗ. Αλλά τα φώτα στις πλατείες και στους δρόμους μένουν ανοιχτά μέχρι τις 7:30, παρότι ξημερώνει από τις 6. Γιατί όχι; Αφού δεν τα πληρώνουμε. Ή μάλλον… τα πληρώνουμε, αλλά δεν μας καίγεται καρφί, αφού άλλος είναι το κορόιδο. Αυτός είναι ο αθάνατος Γιδάς. Η πόλη όπου τίποτα δεν λειτουργεί όπως πρέπει, αλλά όλα συνεχίζουν σαν να μην τρέχει τίποτα. Η πόλη όπου η λογική κάνει διακοπές και η προχειρότητα έχει γίνει θεσμός. Η πόλη που, όσο κι αν ψάξεις, δεν θα βρεις άλλη σαν κι αυτή.

Ο Αντιδήμαρχος