Από πού να το πιάσει κανείς; Ας ξεκινήσουμε από τις εκλογές στο ΠΑΣΟΚ, γιατί εκεί βρίσκεται όλη η σοφία. Κάθε φορά που κάνουν εκλογές, γίνεται το ίδιο θαύμα: αναρωτιούνται όλοι γιατί βγαίνει κυβέρνηση η ΝΔ, λες και δεν ξέρουμε τι φταίει. Με αυτή τη νοοτροπία, όχι μόνο θα βγαίνει, αλλά θα κυβερνάει και τα επόμενα είκοσι χρόνια, και λίγα λέω.
Για πείτε μου, ρε μάγκες: οι οπαδοί της ΝΔ τι δουλειά είχαν να ψηφίζουν στις εκλογές του ΠΑΣΟΚ; Αντί να πουν «ψηφίζεις μόνο αν είσαι μέλος πέντε χρόνια τουλάχιστον», αυτοί άνοιξαν τις πόρτες διάπλατα. Πας, δίνεις το δίευρο, ρίχνεις την ψήφο σου και φεύγεις σαν κύριος. Μετά κάθονται και απορούν γιατί βγαίνει πάντα η ΝΔ στις εκλογές. Μα πώς να μη βγει; Αφού τους κάνετε και προπόνηση!
Είκοσι χρόνια θα κρατήσει αυτή η ιστορία, και πάλι αισιόδοξος είμαι. Γιατί όσο λειτουργεί η λογική «ας ψηφίσει όποιος περνάει απ’ έξω», τόσο θα βλέπουμε τα ίδια και τα ίδια. Και μετά θα φταίει το σύμπαν, ο ανάδρομος Ερμής και ο κακός μας ο καιρός. Όχι, φίλοι μου. Φταίει που αντί για κανόνες, έχουμε… καλοσύνη. Από εκείνη την επικίνδυνη.
Και κάπως έτσι θα γίνουν οι εκλογές, θα βάλουν υποψήφιοι αυτοί που βγαινουν στον Γιδά και χαίρονται και το ΠΑΣΟΚ θα αναρωτιέται γιατί έβγαλε βουλευτή η Ελληνική Λύση κι αυτοί έμειναν ξανά στην απ΄ έξω.

Ας αφήσουμε λοιπόν το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ να τσακώνονται για το ποιος φταίει και ποιος όχι, και ας περάσουμε στο άλλο μεγάλο θέμα που συγκλόνισε τον Γιδά: τον περιβόητο ανασχηματισμό του Συλλόγου των Τριών. Γιατί έτσι τον λέμε εδώ, «των Τριών», παρότι έχει οκτώ μέλη. Μην ψάχνεις λογική αφού η λογική εγκατέλειψε το Γιδά πριν από χρόνια, πήγε να βρει δουλειά αλλού.
Τώρα θα μου πεις: «Τι ανασχηματισμός είναι αυτός όταν αλλάζουν τρεις από τους οκτώ;» Και θα έχεις δίκιο. Αλλά, απ’ ό,τι φαίνεται, ο πρόεδρος του Συλλόγου πρέπει να το σκεφτόταν πολύ καιρό. Τόσο πολύ, που στο τέλος κουράστηκε και είπε: «Άλλαξε τρεις, να τελειώνουμε, μην πάθουμε και τίποτα από την υπερπροσπάθεια». Γιατί εδώ στο Γιδά, όταν λέμε «ανασχηματισμός», εννοούμε «να αλλάξουμε κάτι, αλλά όχι τόσο ώστε να το καταλάβει κανείς».
Το αστείο είναι ότι ο κόσμος το είχε τούμπανο και ο πρόεδρος το ’χε κρυφό καμάρι. Όλοι ήξεραν ποιοι θα φύγουν, ποιοι θα μείνουν και ποιοι θα μπουν, εκτός από τον ίδιο τον πρόεδρο, που έκανε ότι το σκέφτεται. Σαν εκείνον τον θείο που παριστάνει ότι αποφασίζει μόνος του, ενώ η θεία έχει ήδη κανονίσει τα πάντα από τον Δεκέμβρη.
Και τώρα όλοι συζητούν για τις «μεγάλες αλλαγές». Ποιες αλλαγές; Τρεις άνθρωποι άλλαξαν καρέκλα. Ούτε τα έπιπλα δεν μετακινήθηκαν. Αλλά, τι να κάνουμε; Εδώ είμαστε, εδώ θα είμαστε, να βλέπουμε ανασχηματισμούς που μοιάζουν περισσότερο με… ανακάτεμα τράπουλας όπου οι μισές κάρτες είναι ίδιες.
Κι αυτά για άλλαγες τέλος Απριλίου τα ακούω βερεσέ. Εκείνο δεν θα είναι ανασχηματισμός, αν γινει τελικά αλλά βόλεμα. Εδώ θα είστε και θα με θυμηθείτε.

Όλοι έπεσαν από τα σύννεφα όταν έμαθαν ότι ο Παγγούρας έχασε στη θέση του. Εννοείται πως δεν ήταν καμία έκπληξη. Όποιος προσπαθεί να προσπεράσει τον «Μεγάλο», αυτά παθαίνει. Γιατί εδώ δεν έχουμε κανόνες αλλά άγραφους νόμους, χαραγμένους με καλέμι πάνω σε παλιό καφενειακό τραπέζι. Και ο πρώτος νόμος λέει: «Μην κάνεις πολλά, γιατί θα νομίζουν ότι θες να φανείς».
Πού πας, ρε Παγγούρα, και δουλεύεις μέρα νύχτα λες και είναι δική σου η δουλειά; Ποιος σου είπε ότι ο Γιδάς θέλει ανθρώπους που τρέχουν, οργανώνουν, καθαρίζουν, φτιάχνουν, βοηθούν; Εδώ η θέση είναι απλή: κάθεσαι στην καρέκλα, παίρνεις το ενάμισι χιλιάρικο και δεν μιλάς. Αν αρχίσεις να δουλεύεις, θα νομίσει ο κόσμος ότι κάτι αλλάζει. Και αυτό, στο Γιδά, θεωρείται απειλή.
Γιατί το πρόβλημα δεν ήταν ότι ο Παγγούρας δούλευε. Το πρόβλημα ήταν ότι ο κόσμος το έβλεπε. Και όταν ο κόσμος λέει «μπράβο», αρχίζουν τα δύσκολα. Πού να δεχτεί ο «Μεγάλος» να ακούει μπράβο για άλλον; Εδώ μιλάμε για παράδοση δέκα ετών: τα μπράβο πάνε μόνο προς μία κατεύθυνση, όπως τα νερά του ποταμού. Αν αλλάξει η ροή, φοβούνται ότι θα πλημμυρίσει το σύστημα.
Και κάπως έτσι, ο Παγγούρας πλήρωσε το τίμημα της υπερβολικής φιλοδοξίας του: τόλμησε να κάνει τη δουλειά του. Αλλά αυτό θεωρείται ύβρις.
Οπότε τι σκέφτονται όλοι αυτοί που έχουν θέση; Κάτσε αναπαυτικά στην καρέκλα και μην παιρνεις ούτε ανάσα. Αν θες να μείνεις για πάντα.

Κι επειδή ξέρετε πολύ καλά ότι ο Αντιδήμαρχος είναι ενημερωμένος για όλα και δεν γράφει ποτέ κάτι που δεν ισχύει, ας πάμε στη δεύτερη μεγάλη αλλαγή του Γιδά: τον Χατζόπουλο. Εκεί πραγματικά φάνηκε πόσο «τιμούν» τα παντελόνια που φοράνε μερικοί. Γιατί πριν τις εκλογές, δόθηκαν χέρια, ειπώθηκαν μεγάλα λόγια και ο γνωστός… ανεκδιήγητος υποσχέθηκε ότι, αν εκλεγεί ο Χατζόπουλος, θα τον βάλει σε θέση για όλη τη θητεία. Δεν το είπα εγώ. Αυτός το είπε. Κι αυτός το πήρε πίσω. Και αυτά, φυσικά, μόνο στον Γίδα μπορούν να συμβούν χωρίς κανείς να κοκκινίσει.
Ο Χατζόπουλος, όσο ήταν στη θέση του, δούλευε μια χαρά. Παρά τις τρικλοποδιές που του έβαζαν κάποιοι, εκείνος έκανε τη δουλειά του χωρίς να γκρινιάζει.
Κάποιοι. Ο γνωστός που ήθελε όλα τα μηχανήματα στην Μελίκη και στα π@π@ρι@ του ο υπόλοιπος δήμος. Αλλά βλέπεις, στο χωριό μας υπάρχει ένας άγραφος κανόνας: «Όσο καλύτερα δουλεύεις, τόσο πιο γρήγορα θα σου τραβήξουν το χαλί». Γιατί η δουλειά είναι επικίνδυνη. Η δουλειά φέρνει αποτελέσματα. Και τα αποτελέσματα φέρνουν μπράβο. Και τα μπράβο… φέρνουν πρόβλημα. Γιατί πού να δεχτεί ο άλλος να ακούει μπράβο για κάποιον που δεν είναι ο ίδιος; Εδώ μιλάμε για εγωισμό επιπέδου… παγκόσμιας κληρονομιάς.
Οπότε κι ο δεύτερος της παρέας πήρε τον δρόμο του. Όχι επειδή δεν ήταν καλός. Αλλά επειδή ήταν πολύ καλός. Και στο χωριό, αυτό θεωρείται απειλή.

Ο τρίτος της παρέας ήταν ο Παπαγεωργόπουλος. Αυτός ούτε που πρόλαβε να πει «καλημέρα». Όπως μπήκε, έτσι βγήκε. Ένα χρόνο έκανε, δεν έκανε. Ήταν η πιο σύντομη θητεία στην ιστορία του Γιδά, κάτι ανάμεσα σε καλοκαιρινή μπόρα και εκείνο το κουνούπι που σε τσιμπάει και φεύγει πριν προλάβεις να το δεις. Και μέσα σε αυτό το μικρό διάστημα, κατάφερε να μάθει σε πόση εκτίμηση τον έχει ο «Μεγάλος». Τόση εκτίμηση, που μια ωραία βραδιά τον έστειλε μέχρι τη Βέροια να κάνει παρέα στον εισαγγελέα. Έτσι, για να μη βαριέται.
Και τώρα ο άνθρωπος θα θυμάται τη θητεία του για πολλά χρόνια, όχι επειδή άφησε έργο, αλλά επειδή τα δικαστήρια που τον περιμένουν δεν θα είναι λίγα. Αλλά, να σου πω την αλήθεια, δεν τον λυπάμαι καθόλου. Γιατί όσο ήταν στη θέση του, όλο στραβομουτσούνιαζε την ώρα που μιλούσε. Σήκωνε και το φρύδι με εκείνο το ύφος «εγώ είμαι ο μάγκας εδώ μέσα». Έβλεπες το βλέμμα και καταλάβαινες ότι είχε μπερδέψει τη θέση με ρόλο σε ταινία δράσης.
Τώρα όμως; Τώρα έχει να μας πει κάτι από αυτά που έλεγε; Γιατί τότε μιλούσε πολύ. Τώρα, ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Σαν να εξαφανίστηκε ολόκληρη η μαγκιά μαζί με την καρέκλα. Και στο χωριό, ξέρεις πώς το λέμε αυτό; «Όταν φεύγει η καρέκλα, μένει ο άνθρωπος». Και ο άνθρωπος, στην προκειμένη περίπτωση, μάλλον δεν είχε και πολλά να μείνουν.

Οι αλλαγές τελείωσαν, λέει. Όλοι οι υπόλοιποι έμειναν στις θέσεις τους γιατί, προφανώς, τα κάνουν όλα τέλεια. Ειδικά εκεί στον Πολιτισμό, πραγματικά δεν ξέρω αν έχει μείνει τίποτα όρθιο για να μπορέσει να το χαλάσει η… αναρμόδια. Γιατί, μεταξύ μας, για να χαλάσεις κάτι πρέπει πρώτα να υπάρχει. Κι εκεί, ό,τι υπήρχε, το πήρε η μπάλα: σύλλογοι, χορευτικά, φιλαρμονικές, θεατρικές ομάδες. Όλα στο ίδιο καζάνι, όλα στο ίδιο «θα δούμε», όλα στο ίδιο «δεν είναι της ώρας».
Αλλά θα μου πεις, σιγά μην μας νοιάζουν αυτά. Εμείς εδώ στο Γιδά ζούμε για τις καλοκαιρινές συναυλίες. Εκεί είναι το ζουμί. Εκεί πέφτει το χρήμα. Εκεί λάμπει ο πολιτισμός μας σαν πυροτέχνημα που κοστίζει όσο ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο. Γιατί, πώς να το κάνουμε, άλλο να δίνεις 200.000 ευρώ για να έρθει ο καλλιτέχνης να πει τα τραγούδια του, κι άλλο να στηρίζεις έναν σύλλογο που δουλεύει όλο τον χρόνο. Προτεραιότητες είναι αυτές.
Και το καλύτερο; Κανένας καλλιτέχνης δεν μπορεί να καταλάβει πώς ανέβηκε τόσο πολύ το μπάτζετ του. Πας να κλείσεις συναυλία και σου λέει ο άλλος: «Μα πέρσι πήρα τα μισά». Και του απαντάς: «Φίλε μου, εδώ έχουμε ανάπτυξη. Ο πολιτισμός ανεβαίνει». Μόνο που ανεβαίνει σαν τον υδράργυρο τον Αύγουστο: επικίνδυνα και χωρίς λόγο.
Και με 200.000 χιλιάρικα άλλοι κάνουν δουλειές, άλλοι αγοράζουν σπίτια, άλλοι γλιτώνουν σπίτια. Εμείς προτιμάμε να τα δίνουμε σε συναυλίες.
Και κάπως έτσι, οι σύλλογοι μένουν με τα όνειρα, οι ομάδες με τα χρέη και οι πολίτες με τις απορίες. Αλλά μην ανησυχείτε. Το καλοκαίρι θα έχουμε συναυλία. Και τι συναυλία! Να θυμόμαστε ότι ο πολιτισμός στο χωριό μας δεν είναι τρόπος ζωής. Είναι… event.

Το θέμα, φυσικά, δεν είναι τι λένε αυτοί που έφυγαν. Αυτά είναι ψιλά γράμματα. Το πραγματικό ενδιαφέρον είναι τι θα κάνουν από εδώ και πέρα. Γιατί κάποιοι έχουν την αφελή εντύπωση ότι, όταν έρθει η ώρα, θα είναι πάλι όλοι μαζί, σαν να μην έγινε τίποτα. Λες και μιλάμε για παρέα που μάλωσε για το ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό στο καφενείο. Δυστυχώς γι’ αυτούς, η παρέα των «φευγάτων» δεν τελείωσε. Μόλις ξεκίνησε.
Και να μου το θυμηθείτε: ο Δελιόπουλος, η Μοσχοπούλου και ο Σαρακατσάνος θα μεγαλώσουν την παρέα πολύ σύντομα. Είναι θέμα χρόνου. Όταν αρχίσει το ντόμινο, δεν σταματάει εύκολα. Μέχρι το Πάσχα κάποιοι θα φροντίσουν να στείλουν τα «δώρα» τους. Και δεν μιλάμε για λαμπάδες και τσουρέκια. Μιλάμε για εκείνα τα δώρα που έρχονται με χαμόγελο, αλλά μέσα τους έχουν… απομάκρυνση από θέση ευθύνης.
Και τότε θα αρχίσει το πραγματικό γέλιο. Γιατί σε λίγο καιρό, βλέπω να μην μπορούν καν να ψηφίσουν στα δημοτικά συμβούλια. Θα μαζεύονται, θα κάθονται στις καρέκλες τους, θα σηκώνουν το χέρι και θα τους λένε: «Συγγνώμη, εσείς δεν είστε πια εδώ». Και εκεί, φίλε μου, θα γελάσει ο κάθε πικραμένος. Γιατί ο Γιδάς έχει μνήμη. Και έχει και χιούμορ. Και όταν βλέπει ανθρώπους που κάποτε φούσκωναν σαν παγώνια να ψάχνουν καρέκλα να κάτσουν, το απολαμβάνει.

Ο ανασχηματισμός, λοιπόν, τι μας έδειξε; Πρώτον, ότι ομάδα δεν υπάρχει ούτε για δείγμα. Ούτε για πεντάδα στο μονό, ούτε για χορωδία στο πανηγύρι, ούτε για να κουβαλήσουν όλοι μαζί μια καρέκλα. Δεύτερον, ότι ο υποτίθεται αρχηγός έχει ένα μοναδικό ταλέντο: να διώχνει ανθρώπους από κοντά του με την ίδια ευκολία που φυσάει ο αέρας τα φύλλα το φθινόπωρο. Και το ωραίο; Οι άνθρωποι που διώχνει δεν είναι απλώς άνθρωποι. Είναι ψήφοι. Πολλές ψήφοι. Τόσες, που στο τέλος θα χάσει το μέτρημα.
Γιατί, όσο κι αν κάποιοι πιστεύουν ότι «όταν έρθει η ώρα θα είμαστε πάλι όλοι μαζί», η πραγματικότητα είναι πιο απλή: στους ήδη φευγάτους θα προστεθούν κι άλλοι. Το ντόμινο έχει ξεκινήσει και δεν σταματάει. Και κάθε φορά που φεύγει ένας, ο «Μεγάλος» χάνει κι έναν αριθμό από το κοντέρ. Στο τέλος θα μετράει και θα λέει: «Μα πού πήγαν όλοι;» Ε, πού να πάνε; Εκεί που τους έστειλες.
Και κάπου εδώ αρχίζει να γεννιέται μια υποψία. Μήπως δεν είναι τυχαίο; Μήπως ψάχνει τρόπο για ηρωική έξοδο; Να φύγει πριν σκάσει το μεγάλο κάζο; Να πει «εγώ προσπάθησα, αλλά δεν με άφησαν». Αν είναι έτσι, τον παραδέχομαι. Γιατί αυτό δεν είναι απλή στρατηγική. Είναι τέχνη. Προετοιμάζει το έδαφος για να πει στο τέλος: «Η Ώρα Ευθύνης… μας τελείωσε».
Και τότε, φίλε μου, θα καταλάβουμε ότι ο ανασχηματισμός δεν ήταν αλλαγή. Ήταν πρόβα εξόδου.
Ο Αντιδήμαρχος



























































