Η ψυχολογία του λαγού
Αν εσείς θεωρείτε ότι σκεφτόμαστε με βάση τη λογική, τότε κάτι δεν πάει καλά. Τελευταία έχει πέσει πολλή αμερικανιά — και δεν μιλάω για μπέργκερ και κοκακόλες.
Διάβασα, λέει, ότι φιλοζωικές έστειλαν επιστολή στην κυβέρνηση να σταματήσουν οι ταχυδακτυλουργοί να βγάζουν λαγούς και περιστέρια από τα καπέλα τους. Γιατί, λέει, τους προκαλεί ψυχολογικό τραύμα. Θα συμφωνήσω. Ο λαγός, φαντάζομαι, κάθε φορά που βλέπει καπέλο θα παθαίνει κρίση πανικού. Αλλά να ρωτήσω κάτι; Εκείνη τη δόλια που την κόβουν στη μέση κάθε βράδυ στο μαγικό, κανείς δεν τη σκέφτηκε; Τι να πει κι αυτή, που κάθε φορά βλέπει το πριόνι να πλησιάζει και σκέφτεται «άντε πάλι, θα με κολλήσουν με μονωτική». Αν συνεχίσουμε έτσι, σε λίγο θα ζητάμε ψυχολόγο και για τα τραπουλόχαρτα που τα ανακατεύουν βίαια. Κάτι δεν πάει καλά ή μου φαίνεται; Μάλλον ζούμε στο σόου της λογικής… όπου το μόνο μαγικό που έχει μείνει είναι το πώς καταφέρνουμε να τα πιστεύουμε όλα αυτά.

Τα μαγικά του Γιδά
Και τι να πούμε εμείς εδώ στο Γιδά για τα μαγικά; Εμείς δεν έχουμε ανάγκη από ταχυδακτυλουργούς. Εδώ τα κόλπα γίνονται χωρίς καπέλα, χωρίς ραβδιά και χωρίς χειροκρότημα. Μόνο με μια ανακοίνωση του δήμου και μια υπογραφή που «χάθηκε στο πρωτόκολλο». Εξαφανίστηκαν, λέει, ποδήλατα. Μετά εξαφανίστηκαν ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Και στο τέλος… ολόκληρα απορριμματοφόρα. Ούτε ο Κόπερφιλντ δεν θα το τολμούσε αυτό που στη Νέα Υόρκη εξαφάνισε το Άγαλμα της Ελευθερίας και σε μια εβδομάδα τον πήραν χαμπάρι. Εδώ, αν βρεθεί άνθρωπος να μου πει πού πήγαν τα ποδήλατα, τα ηλεκτρικά και τα απορριμματοφόρα, εγώ προσωπικά θα του κάνω άγαλμα στην πλατεία. Με περιστέρια, λαγούς και ό,τι άλλο θέλει. Γιατί, βλέπεις, στο Γιδά δεν έχουμε μαγικά. Έχουμε «διαχείριση». Και αυτή η διαχείριση είναι τόσο καλή, που ό,τι πιάνει… εξαφανίζεται. Αν συνεχίσουμε έτσι, σε λίγο θα ψάχνουμε και τον ίδιο τον δήμαρχο. Αν και, μεταξύ μας, αυτό ίσως να μην είναι και τόσο κακό.

Το άγαλμα που δεν… αγάλιασε ποτέ
Μιας και είπα για άγαλμα, ας πάμε στο αγαπημένο μου: τον Μεγαλέξανδρο που μας είχαν τάξει προεκλογικά. Πού βρίσκεται; Σε ποιο στάδιο κατασκευής; Θα σας πω εγώ, μην παιδεύεστε. Στο σημείο μηδέν. Όχι απλώς δεν προχώρησε, αλλά νομίζω ότι έχει μπει σε πρόγραμμα… αόρατης υλοποίησης. Μόνο με ειδικά γυαλιά θα το βλέπεις, σαν αυτά που δίνουν στα 3D σινεμά. Και τώρα που ο χρόνος μετράει αντίστροφα για τις εκλογές, όλα όσα ειπώθηκαν το ’24 θα ξαναβγούν από το συρτάρι, θα ξεσκονιστούν και θα παρουσιαστούν ως «νέες δεσμεύσεις». Το άγαλμα, η ανάπλαση, οι υποδομές, τα πάντα. Μόνο που εμείς εδώ έχουμε μνήμη — και δεν ξεχνάμε εκείνη την επική δικαιολογία: «Το άγαλμα είναι πολύ ψηλό και δεν ξέρουμε πού να το βάλουμε». Ε, ναι. Είναι τόσο γεμάτες οι πλατείες μας από αξιοθέατα, που ο Μέγας Αλέξανδρος δεν χωράει πουθενά. Μην τον στριμώξουμε κιόλας τον άνθρωπο, θα πάθει και καμιά ψυχολογική πίεση όπως οι λαγοί στα μαγικά. Αν συνεχίσουμε έτσι, στο τέλος θα βάλουμε άγαλμα… της υπόσχεσης. Τουλάχιστον αυτό δεν χρειάζεται χώρο — εξαφανίζεται μόνο του.

Όταν τα μαγικά γίνονται… πολιτική ανάλυση
Το ένα φέρνει το άλλο. Ξεκινήσαμε από τους ταχυδακτυλουργούς που βγάζουν λαγούς από καπέλα, περάσαμε στα δικά μας «μαγικά» εδώ στο Γιδά — όπου εξαφανίζονται ποδήλατα, αυτοκίνητα και απορριμματοφόρα χωρίς καπέλο, χωρίς ραβδί και χωρίς ντροπή — και φτάσαμε στο άγαλμα του Μεγαλέξανδρου που δεν το είδαμε ποτέ. Λογικό ήταν το επόμενο στάδιο: οι εκλογές. Όποιος λέει ότι «είναι νωρίς ακόμα», παίρνει βραβείο ψευτιάς. Όχι απλώς δεν είναι νωρίς, αλλά έχουν ήδη αρχίσει να ξεπαγώνουν υποσχέσεις από το 2024, να τις ζεσταίνουν στο μικροκύμα και να μας τις σερβίρουν σαν φρέσκες. Το άγαλμα, οι αναπλάσεις, τα έργα που «ξεκινούν άμεσα» — όλα στο ίδιο καζάνι. Αλλά το κακό δεν είναι αυτό. Το κακό είναι ότι όσο περνάει ο καιρός, το πράγμα αντί να ξεμπερδεύει, γίνεται όλο και πιο περίπλοκο. Σαν κουβάρι που το τραβάς και αντί να λυθεί, σου δένει τα χέρια. Και ξέρεις πώς πάει αυτό: όταν η κατάσταση περιπλέκεται, ωφελημένος είναι ένας. Οι υπόλοιποι; ΧΑΜΕΝΟΙ — με κεφαλαία, για να φαίνεται καθαρά στο δελτίο τύπου.

Τα μυστικά ραντεβού και οι… ωφελημένοι
Αυτά που κυκλοφορούν στην πιάτσα δεν λέγονται ούτε γράφονται. Κάποιοι είχαν μάθει στις κρυφές συναντήσεις — ξέρετε, εκείνες τις βραδινές, τις «τυχαίες», που πάντα γίνονταν στο ίδιο μέρος και πάντα «κατά λάθος». Και φαίνεται πως τους έμεινε το κουσούρι. Συνεχίζουν από εκεί που σταμάτησαν, λες και δεν πέρασε μια μέρα. Μόνο που τώρα, με τη στάση και τη συμπεριφορά τους, το μόνο που καταφέρνουν είναι να βοηθούν τον σημερινό. Τον σημερινό, που κάθεται και τους κοιτάει να αυτοαναιρούνται και τρίβει τα χέρια του από χαρά. Γιατί έτσι πάει το έργο: όσο πιο πολύ μιλάνε, τόσο πιο πολύ εκτίθενται. Κι όσο πιο πολύ εκτίθενται, τόσο πιο πολύ ανεβαίνει ο άλλος χωρίς να κάνει τίποτα. Μαγικό; Όχι. Απλώς… πολιτική φυσική. Η ενέργεια που χάνουν οι πρώην, μεταφέρεται στους νυν.

Το βάθρο, οι χαμένοι και οι… πρόθυμοι σαμποτέρ
Και πάμε παρακάτω, γιατί το στόρι έχει συνέχεια. Το πρώτο πράγμα που περνάει από το μυαλό ακόμη και του πιο ανίδεου είναι το εξής απλό: αυτοί που δεν κατάφεραν την προηγούμενη φορά να ανέβουν στο βάθρο του νικητή, τώρα κάνουν ό,τι μπορούν για να μην ανέβει ούτε ο επόμενος που θα διεκδικήσει τον δήμο. Όχι απλώς «ό,τι μπορούν» — κάνουν υπερπαραγωγή. Αν είχαν δείξει τέτοιο ζήλο τότε, σήμερα θα μιλούσαμε για άλλα πράγματα. Και το ωραίο; Όλο αυτό δεν χρειάζεται καν να το ψάξεις. Φαίνεται. Σαν να βλέπεις κάποιον να προσπαθεί να κρύψει καρπούζι κάτω από το μπουφάν. Η πρόθεση ξεχειλίζει από παντού. Κι όσο περισσότερο προσπαθούν να μπλοκάρουν τον επόμενο, τόσο περισσότερο στρώνουν το χαλί στον σημερινό. Ένα περίεργο φαινόμενο, σαν πολιτικός μπούμερανγκ: ό,τι πετάνε, γυρίζει πίσω και τους βρίσκει κατακούτελα. Το πρόβλημα δεν είναι ότι το κάνουν. Το πρόβλημα είναι ότι νομίζουν πως δεν τους καταλαβαίνει κανείς. Λες και ζούμε σε άλλη πόλη, σε άλλο δήμο, σε άλλη πραγματικότητα. Ενώ στην πραγματικότητα, όλοι βλέπουν το ίδιο έργο: κάποιοι παλεύουν να μην κερδίσει κανείς, μπας και δικαιωθούν για την προηγούμενη ήττα τους. Και στο τέλος; Ένας βγαίνει κερδισμένος και οι υπόλοιποι… γράφουν ιστορία στην κατηγορία «χαμένοι με συνέπεια».

Οι εκβιασμοί, οι πόζες και τα… δικά τους σχέδια
Και κάπως έτσι εξηγούνται και οι εκβιασμοί, τα «εσύ δεν θέλεις εκείνον», τα «εκείνος δεν θέλει τον άλλον» και όλα τα υπόλοιπα που ακούγονται δεξιά κι αριστερά. Στην πραγματικότητα —και κρατήστε το αυτό, γιατί σήμερα το λέω και αύριο θα το θυμάστε— όσοι παριστάνουν ότι θέλουν να βοηθήσουν, είναι οι ίδιοι που ετοιμάζουν τη δική τους κίνηση. Δεν έχουν καμία αγωνία για τον δήμο. Η μόνη αγωνία τους είναι να μην τους προλάβει κανείς. Γι’ αυτό και παίζουν το γνωστό έργο: «εγώ θέλω, αλλά δεν με θέλουν». Το αφήνουν να κυκλοφορεί, το ταΐζουν λίγο δράμα, το ποτίζουν με μισόλογα και το αφήνουν να φουσκώνει μόνο του. Και όσο φουσκώνει, τόσο νομίζουν ότι ανεβαίνουν. Η αλήθεια όμως είναι απλή: αυτοί που φωνάζουν περισσότερο ότι «νοιάζονται», είναι οι πρώτοι που στήνουν παρασκήνιο. Όχι για να στηρίξουν κάποιον, αλλά για να στρώσουν το έδαφος για τον εαυτό τους. Και το κάνουν με τέτοιο τρόπο, που στο τέλος βοηθούν ακριβώς εκείνον που υποτίθεται ότι θέλουν να ρίξουν. Έτσι πάει το παιχνίδι: όσο πιο πολύ μιλάνε, τόσο πιο καθαρά φαίνεται ο πραγματικός τους στόχος. Και δεν είναι ο δήμος. Είναι η καρέκλα.

Όταν το έργο μπάζει… και κάποιοι κάνουν ότι δεν το μυρίζονται
Φυσικά αυτά που ήδη έχουν κυκλοφορήσει, αν γίνουν πραγματικότητα, θα γράψουν ιστορία ως το μεγαλύτερο ανέκδοτο της δεκαετίας. Αλλά και μόνο που οι σκέψεις γίνονται λόγια και τα λόγια γίνονται συζητήσεις, φαίνεται καθαρά ότι το έργο στην απέναντι πλευρά μπάζει από παντού. Δεν χρειάζεται να είσαι ειδικός· αρκεί να έχεις αυτιά. Και μιας και μιλάμε για αυτιά, ας πάμε στο όνομα που παίζει στην πιάτσα: Ναλμπάντης. Κυκλοφορεί έτσι κι αλλιώς, αλλά το αστείο είναι ότι αυτοί που βρίσκονται γύρω του θίγονται περισσότερο κι από τον ίδιο. Λες και τους πατάς τον κάλο κάθε φορά που ακούγεται το επώνυμο. Στην πραγματικότητα, όμως, καλό θα ήταν να ανοίξει τα μάτια του και τα αυτιά του όσο είναι νωρίς. Γιατί άλλο τι λέγεται μπροστά του, κι άλλο τι ψιθυρίζεται πίσω του. Και ξέρετε πώς πάει αυτό: όταν οι γνωστοί αγνωστοι αρχίζουν τα θεατρικά, συνήθως δεν δείχνουν δύναμη. Δείχνουν φόβο. Φόβο ότι κάποιος άλλος μπορεί να μπει στο παιχνίδι και να τους χαλάσει τα σχέδια. Όποιος δεν το βλέπει αυτό, ή δεν θέλει να το δει, στο τέλος θα βρεθεί προ εκπλήξεων. Γιατί η πιάτσα μιλάει. Και όταν μιλάει η πιάτσα, συνήθως έχει ήδη αποφασίσει πριν από όλους τους άλλους.

Γιατί να το κάνει;
Και πάμε στο ερώτημα που έχω κάνει κι άλλες φορές και θα το ξανακάνω, γιατί κάποιοι κάνουν ότι δεν το ακούν: Για ποιο λόγο ένας άνθρωπος σαν τον Ναλμπάντη να παρατήσει μια πετυχημένη δουλειά για να μπλέξει με έναν δήμο που δεν τρίζει απλά αλλά είναι ήδη συντρίμμια; Και δεν μιλάω για νούμερα που κάνει σαν επιχειρηματίας, μην πάθουμε καμιά ζαλάδα. Μιλάω για την πραγματικότητα που βλέπει ο καθένας μας όταν κυκλοφορεί στους δρόμους. Ο δήμος δεν είναι σε φάση «να τον σώσουμε». Είναι σε φάση «να τον μαζέψουμε από το πάτωμα». Περισσότερο θυμίζει ουκρανική πόλη μετά από βομβαρδισμό παρά ευρωπαϊκό δήμο του 2026. Και μέσα σε όλο αυτό, περιμένουν κάποιοι ότι ένας άνθρωπος που έχει χτίσει από το μηδέν μια επιχείρηση, που ξέρει τι σημαίνει δουλειά, ευθύνη και αποτελεσματικότητα, θα τα παρατήσει όλα για να μπει σε ένα ναρκοπέδιο. Αν το δεις ψύχραιμα, δεν βγάζει κανένα νόημα. Αν το δεις πολιτικά, βγάζει ακόμη λιγότερο. Κι αν το δεις με βάση αυτά που ακούγονται στην πιάτσα, τότε καταλαβαίνεις ότι κάποιοι απλώς προσπαθούν να τον κάψουν πριν καν αποφασίσει αν θέλει να ανάψει σπίρτο. Γιατί όταν ένας τέτοιος άνθρωπος μπαίνει στο κάδρο, κάποιοι άλλοι αρχίζουν να ιδρώνουν. Και τότε ξεκινούν τα σενάρια, οι ψίθυροι, οι «διαρροές» και τα γνωστά παιχνιδάκια.Το θέμα είναι ένα: Αν ποτέ αποφασίσει να ασχοληθεί, δεν θα το κάνει επειδή τον έσπρωξαν. Θα το κάνει επειδή το θέλει. Και τότε, κάποιοι θα τρέχουν να μαζέψουν τα κομμάτια τους.

Πάμε όλοι μαζί… αλλά άλλος κρατάει το φτυάρι
Και στο φινάλε, ρε φίλε, ακόμη κι αν λες «έχω την τρέλα μου, θέλω να προσπαθήσω, να σηκώσω την πόλη, να τη φέρω έστω στα μισά απ’ ό,τι ήταν κάποτε» δεν γίνεται να έχεις από δίπλα κάτι αποτυχημένους, κάτι συνταξιούχους που βαριούνται στο σπίτι, κάτι παράξενους που δεν τους θέλει ούτε ο σκύλος τους, να σου σκάβουν τον λάκκο. Μπροστά σου να σου λένε «πάμε όλοι μαζί», να σου χτυπάνε την πλάτη, να σου χαμογελάνε σαν να τους κερνάς μπουγάτσα. Και πίσω σου, την ίδια στιγμή, να έχουν ξεκινήσει ήδη τα τηλεφωνήματα, τα μηνύματα, τα «να σου πω κάτι αλλά μην το πεις», τα «δεν κάνει αυτός, εγώ έχω καλύτερη λύση». Κλασική συνταγή: δήθεν στήριξη μπροστά, υπόγεια υπονόμευση πίσω. Και το κάνουν με τέτοια άνεση, που λες ότι έχουν πάρει πτυχίο στη διπροσωπία. Δεν τους νοιάζει η πόλη, δεν τους νοιάζει η προσπάθεια, δεν τους νοιάζει ποιος θα παλέψει. Το μόνο που τους καίει είναι να μην ανέβει κανείς άλλος. Να μείνει το γήπεδο άδειο, μπας και χωρέσουν αυτοί που δεν χωράνε ούτε στην κερκίδα. Αν αυτό είναι «ομαδική προσπάθεια», τότε εγώ είμαι αστροναύτης. Γιατί εδώ, άλλος λέει «πάμε μαζί»…κι άλλος κρατάει το φτυάρι και σκάβει από πίσω σου.

Ο ενοικιαστής του ερειπίου
Τέλος για σήμερα, λοιπόν. Κι αν κάτι κατάλαβα είναι ότι ο σημερινός είναι σαββατογεννημένος. Ή, όπως έλεγαν οι παλιοί, γεννημένος ανήμερα την Πασχαλιά. Το είδαμε και στις τελευταίες εκλογές: κατέβηκε μόνος του. Αυτό από μόνο του είναι ιστορικό. Δεν έχει ξαναγίνει. Κι όμως, ακόμη κι έτσι, φοβόταν τον Ιακωβίδη μην γίνει καμιά συμπραξη και τον φάει στη στροφή. Μιλάμε για τέτοιο επίπεδο αυτοπεποίθησης. Αλλά εκεί που πραγματικά του βγάζω το καπέλο είναι αλλού: Έχει καταφέρει να φέρει τον δήμο σε τέτοιο χάλι, που κανείς δεν θέλει να ασχοληθεί. Και αυτό, όσο κι αν ακούγεται παράξενο, είναι επίτευγμα. Γιατί σκέψου το απλά: Υπάρχει περίπτωση να πάει κάποιος να αγοράσει σπίτι-ερείπιο; Ή αυτοκίνητο-σαράβαλο; Όχι, φυσικά. Κι έτσι ακριβώς έχει καταντήσει ο δήμος: ένα ακίνητο που ούτε για αντιπαροχή δεν το δίνεις. Συγχαρητήρια, λοιπόν, σε εκείνον που τον έφερε σε αυτή την κατάσταση. Κατάφερε το ακατόρθωτο: Να μην ενδιαφέρεται κανείς να τον “αγοράσει”. Και τι σημαίνει αυτό; Ότι έχει την τέλεια δικαιολογία για να συνεχίσει να είναι ο ενοικιαστής στο κτίριο. Γιατί όταν το σπίτι είναι ερείπιο, κανείς δεν χτυπάει την πόρτα.

Να δούμε τι θα γίνει με τις φετινές εκδηλώσεις
Κι ένα τελευταίο. Διαβάστε τι εκδηλώσεις κάνουν μέσα στο καλοκαίρι οι άλλοι δύο δήμοι του νομού. Καταξιωμένους καλλιτέχνες. Μέχρι την Φαραντούρη φέρνουν στη Νάουσα. Και μαντέψτε το πιο καλό. Οι περισσότερες εκδηλώσεις ειναι δωρεάν και όσες είναι με πληρωμή, αυτές ειναι με 10 ευρώ. Στην Βέροια κάνουν την Εύηχη πόλη σε τουριστικα σημεία και αξιοθέατα. Ολα δωρεάν. Για να δούμε και τα δικά μας τα χαμπέρια. Το επτασφράγιστο μυστικό. Που το δίνουν και σε αποκλειστικότητα τρομάρα τους. Τις συναυλίες που κοστίζουν 300 χιλιάρικα και είναι για τους λίγους και εκλεκτούς. Ποιος θα πάει να δώσει είκοσι ευρώ για μια ώρα; Και μια περιέργεια την έχω, να δω αν φέτος οι επτασφραγιστες εκδηλώσεις των 300 χιλιάδων ψηφιστούν έτσι απλά οπως τα προηγούμενα χρόνια. Γιατί δε νομίζω να πουν τόσο εύκολα ναι φέτος οι δημοτικοί σύμβουλοι να δοθούν τόσα πολλά λεφτά, για εκδηλώσεις που δεν ξέρουν ποιοι ειναι οι καλλιτέχνες. Άσε που και οι καλλιτέχνες μόλις μαθαίνουν πόσα λεφτά παίρνουν τσιμπιούνται για να ξυπνήσουν από το όνειρο. Ή μήπως τον εφιάλτη.
Ο Αντιδήμαρχος
























































