«Ο Αντιδήμαρχος με έψησε πριν από τον ήλιο»

Από τότε που η θερμοκρασία ανέβηκε στο κόκκινο, όλοι τρέχουν για παραλίες, βουτιές και παγωμένες μπύρες. Κι εγώ; Εγώ κάθομαι εδώ, ιδρωμένος σαν τσουρέκι στον φούρνο, και γράφω για τον Γιδά. Άμα αυτό δεν είναι σημάδι ότι κάτι δεν πάει καλά στο κεφάλι μου, τότε δεν ξέρω τι άλλο να πω. Ένας γνωστός μου μού είπε να πάω να με κοιτάξει γιατρός. Εγώ λέω να πάω δύο, για σιγουριά. Γιατί, αντί να λιάζομαι σε καμιά ξαπλώστρα, ασχολούμαι με ένα μέρος που δεν στρώνει ούτε με τάμα, ούτε με εργολάβο, ούτε με αλλαγή φεγγαριού. Κάθε φορά λέω «ως εδώ», και κάθε φορά ξαναμπαίνω στο ίδιο καζάνι. Μάλλον έχω αναπτύξει μια περίεργη σχέση με το χάος: το βλέπω, με βλέπει, και λέμε να συνεχίσουμε. Αλλά τι να κάνω; Κάποιος πρέπει να γράφει για τα ωραία του Γιδά. Κι αφού δεν το κάνει άλλος, το κάνω εγώ. Με ήλιο, με ζέστη, με νεύρα, με όλα. Άμα δεν είναι αυτό αφοσίωση, τότε είναι καθαρή τρέλα. Και μάλλον κερδίζει η δεύτερη.

«Χαλαρά, γιατί αλλιώς θα μας μαζεύουν»
Αυτή την εβδομάδα είπα να το πάρω πιο ήρεμα. Όχι γιατί δεν έχει θέματα — κάθε μέρα κάτι γίνεται, κάτι σκάει, κάτι στραβώνει. Αλλά εδώ στον τόπο μου η παρεξήγηση είναι σαν το κουνούπι: δεν ξέρεις από πού θα σου ’ρθει, αλλά ξέρεις ότι θα σε τσιμπήσει. Οπότε είπα να κρατήσω αποστάσεις. Να μη γράψω ονόματα, να μη δείξω δάχτυλα, να μη με κυνηγάει κανένας επειδή «το πήρα προσωπικά». Γιατί εδώ, άμα πεις «καλημέρα», σε ρωτάνε «σε μένα το ’πες;». Κι έτσι κάθομαι και γράφω χαλαρά, όσο χαλαρά μπορεί να γράψει άνθρωπος που ζει σε μέρος όπου το δράμα φυτρώνει μόνο του. Κάνω τον σταυρό μου, πίνω μια γουλιά καφέ, και λέω ''μην μπλέξεις σήμερα''. Αλλά πάντα κάτι θα με τσιγκλήσει. Κάποια κίνηση, κάποια ατάκα, κάποια ''δουλειά'' που έγινε όπως έγινε — δηλαδή στραβά.Τέλος πάντων, είπα να κρατηθώ. Να μη ρίξω λάδι στη φωτιά. Να μη γράψω αυτά που σκέφτομαι. Γιατί άμα τα γράψω… μετά θα τρέχω να εξηγώ ότι δεν εννοούσα κανέναν. Κι αυτοί θα επιμένουν ότι εννοούσα ακριβώς αυτούς.

«Όταν ο απέναντι σου δίνει χέρι… καλύτερα τσέκαρε αν έχεις πορτοφόλι»
Αυτό που έγινε αυτή την εβδομάδα δεν το περίμενε ούτε ο πιο φανατικός θαμώνας των καφενείων. Διαβάζω λοιπόν μια κίνηση που έκανε κάποιος από την ''απέναντι πλευρά'' — έτσι τουλάχιστον δηλώνει — και μένω να κοιτάω την οθόνη σαν να είδα τον ήλιο να ανατέλλει από τη Βέροια. Ο άνθρωπος, άθελά του ή επίτηδες, άπλωσε χέρι βοήθειας στον νυν. Ναι, σε αυτόν που κανονικά θα έπρεπε να τον αφήσει να κρέμεται σαν μπουγάδα χωρίς μανταλάκια. Και το καλύτερο; Πριν από αυτόν, κάποιοι άλλοι είχαν κάνει το ακριβώς αντίθετο. Τους πήραν τηλέφωνο, τους ζήτησαν την ίδια εξυπηρέτηση για να προχωρήσει μια διαδικασία, και αυτοί… εξαφανίστηκαν. Μόνο καπνό δεν έβγαλαν για να δείξουν ότι ''δεν ανήκουμε εδώ''. Κι έρχεται τώρα ο ''απέναντι'' και κάνει το καλό. Ή το λάθος. Ή και τα δύο μαζί. Κι εγώ κάθομαι και προσπαθώ να βγάλω άκρη. Αλλά όσο το σκέφτομαι, τόσο καταλαβαίνω ότι στον τόπο μας η λογική είναι προαιρετική. Η παρεξήγηση όμως, υποχρεωτική.

«Αν είναι να βοηθάς τον απέναντι, πες το να αλλάξω πλευρά»
Ειλικρινά, κάθομαι και το σκέφτομαι από χθες: πώς γίνεται να εξυπηρετείς κάποιον με τον οποίο — στα χαρτιά τουλάχιστον — είσαι απέναντι; Δηλαδή, αν αυτό είναι το νέο πολιτικό άθλημα, να το ξέρω να πάω να γραφτώ κι εγώ. Γιατί εδώ βλέπω κάτι κινήσεις που ούτε ο πιο ευέλικτος ακροβάτης δεν θα τολμούσε. Δεν θα το ψάξω παραπάνω. Όποιος έχει υπομονή, αργά ή γρήγορα βλέπει τα πάντα να βγαίνουν στο φως. Κι εδώ, πίστεψέ με, το φως δεν συγχωρεί. Απλώς θα πω το εξής: το να κάθεσαι δίπλα σε αυτόν που υποτίθεται είναι ''εχθρός'' σου και να κάνεις τη δική του δουλειά αντί για τη δική σου… δεν είναι και η καλύτερη εικόνα. Μοιάζει λίγο σαν να πας σε ξένο σπίτι, να σου δώσουν καφέ, και να αρχίσεις να πλένεις τα πιάτα. Και μετά αναρωτιούνται γιατί ο κόσμος μπερδεύεται. Μα πώς να μην μπερδευτεί; Άμα ο απέναντι γίνεται δίπλα, κι ο δίπλα γίνεται βοηθός, τότε εγώ τι είμαι; Θεατής σε παράσταση ή κομπάρσος σε φάρσα; Τέλος πάντων. Κρατάω σημειώσεις. Γιατί εδώ, ό,τι δεν καταλαβαίνεις σήμερα, το καταλαβαίνεις αύριο. Κι ό,τι δεν καταλαβαίνεις ούτε αύριο… συνήθως ήταν στημένο από την αρχή.

«Άμα συνεχίσω έτσι, θα πιστέψω κι εγώ τα καφενεία»
Να σου πω την αλήθεια, αρχίζω να λυγίζω. Γιατί όσο βλέπω κάτι συμπεριφορές, τόσο καταλαβαίνω ότι ίσως τελικά να έχουν δίκιο αυτοί που τα λένε στα καφενεία με τον φραπέ στο χέρι. Δεν γίνεται να δηλώνεις μπροστάρης στην προσπάθεια να ξεφορτωθεί ο Γιδάς το κακό που τον βρήκε και την ίδια στιγμή να κάθεσαι δίπλα στο… κακό. Αυτό δεν το χωράει κανένα λογικό μυαλό. Θέλει ειδική εκπαίδευση, σαν να κάνεις γιόγκα εγκεφάλου. Κι όσο το σκέφτομαι, τόσο μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Γιατί αυτή η εγκεφαλική ακροβασία μου λέει ένα πράγμα: ο καθένας κοιτάει την πάρτη του. Όχι τον τόπο, όχι το χάλι που μας πνίγει, όχι την εικόνα που βλέπουμε κάθε μέρα. Την πάρτη του. Κι άμα περισσέψει χρόνος, ίσως ρίξει και μια ματιά γύρω του — αλλά μην περιμένεις θαύματα. Κι εγώ κάθομαι και προσπαθώ να βγάλω άκρη. Αλλά όσο βλέπω τέτοιες ''συμπτώσεις'', τόσο καταλαβαίνω ότι δεν είναι συμπτώσεις. Είναι επιλογές. Και μάλιστα συνειδητές. Γιατί εδώ, το να λες ότι είσαι απέναντι και να κάθεσαι δίπλα… είναι πιο συνηθισμένο κι από το να σου πουν ''έλα αύριο να το δούμε''.

«Το ’28 θα δούμε πράγματα που ούτε στα πανηγύρια δεν γίνονται»
Όσο μιλάω με ανθρώπους της πιάτσας, αυτούς που τρώνε τις εκλογές με το κουτάλι εδώ και δεκαετίες, τόσο καταλαβαίνω ότι το 2028 δεν θα είναι απλή χρονιά. Θα είναι… παράσταση. Μου λένε ''θα δουν τα μάτια σου πράματα και θάματα''. Και ξέρεις κάτι; Τους πιστεύω. Γιατί όταν βλέπεις από τώρα τέτοιες κωλοτούμπες, τέτοιες συμμαχίες της στιγμής και τέτοια ''είμαι απέναντι αλλά κάθομαι δίπλα'', τότε καταλαβαίνεις ότι το έργο έχει πολλά επεισόδια ακόμα. Και δεν είναι τυχαίο που εδώ και τριάντα χρόνια ασχολούνται οι ίδιοι και οι ίδιοι. Σαν να έχουν βάλει καρέκλες με το όνομά τους. Δεν αλλάζει τίποτα, δεν κουνιέται φύλλο, μόνο εμείς αλλάζουμε ηλικία. Η πόλη, τα χωριά, ο δήμος… όλα στο ίδιο χάλι. Σαν να πατάς pause σε βίντεο και να περιμένεις να παίξει μόνο του. Κι όσο το σκέφτομαι, τόσο καταλαβαίνω ότι δεν φταίει η τύχη. Φταίει ότι τόσα χρόνια οι ίδιοι άνθρωποι κάνουν τα ίδια πράγματα και περιμένουν διαφορετικό αποτέλεσμα. Ε, δεν γίνεται. Άμα βάζεις τα ίδια υλικά, θα φας την ίδια σούπα. Και στον Γιδά… η σούπα έχει κρυώσει εδώ και καιρό.

«Σταματάω εδώ πριν γράψω κανένα όνομα και τρέχουμε»
Λέω να το κλείσω εδώ, γιατί άμα συνεχίσω θα μου ξεφύγει κανένα όνομα και εδώ στον Γιδά είμαστε ευαισθητούληδες — αλλά μόνο όταν θιγόμαστε εμείς. Αν θιχτεί κανένας άλλος; Στα παπάρια μας κανονικά. Μόνο που δεν το γράφουμε σε ταμπέλα στην είσοδο της πόλης. Και να σου πω και κάτι; Όσο βλέπω αυτά που γίνονται, τόσο καταλαβαίνω ότι το έργο έχει πολλά επεισόδια ακόμα. Θα δούμε και τι δεν θα δούμε. Συμμαχίες που δεν τις χωράει ανθρώπινος νους, κωλοτούμπες που θα ζήλευε και ο καλύτερος ακροβάτης, και κάτι «τυχαίες» κινήσεις που μόνο τυχαίες δεν είναι. Κι εγώ κάθομαι και σκέφτομαι ότι, άμα πεις την αλήθεια, σε λένε εμπαθή. Άμα πεις ψέματα, σε χειροκροτούν. Κι άμα δεν πεις τίποτα, σε ρωτάνε γιατί σιωπάς. Οπότε το σταματάω εδώ. Για σήμερα. Γιατί αύριο, με αυτά που βλέπω, θα έχουμε νέο επεισόδιο. Και μάλλον πιο δυνατό από το προηγούμενο.

«Χορωδίες τραγουδάνε, κι ο δήμος… σφυρίζει αδιάφορα»
Γίνεται η συνάντηση χορωδιών, γεμίζει το Πνευματικό Κέντρο με κόσμο, με φωνές, με μεράκι, με ανθρώπους που αγαπούν αυτό που κάνουν. Κι εγώ κάθομαι και κοιτάω γύρω μου, περιμένοντας να δω τι έδωσε ο δήμος για να γίνει η εκδήλωση. Και δεν βλέπω τίποτα. Τίποτα απολύτως. Ούτε ένα μπουκάλι νερό για τους ανθρώπους που τραγουδάνε. Ούτε μια καρέκλα παραπάνω. Ούτε ένα ''ευχαριστώ''. Μόνο κάτι χαμόγελα του τύπου ''εμείς το στηρίξαμε''. Πώς; Με την ευχή; Και μην ακούσω κανέναν να λέει ότι ''έδωσαν το Πνευματικό''. Το Πνευματικό δεν είναι δικό τους. Είναι του κόσμου που το πλήρωσε από την τσέπη του, με φόρους, με εισφορές, με ό,τι του ζητούσαν κάθε φορά. Αυτοί που λένε ότι ''το έδωσαν'' είναι απλώς διαχειριστές. Κλειδοκράτορες. Το πολύ-πολύ να έχουν το κλειδί, όχι την ιδιοκτησία. Κι εγώ κάθομαι και σκέφτομαι: πώς γίνεται να έχεις μια τόσο όμορφη εκδήλωση, με τόσο κόπο από ανθρώπους που δεν ζητάνε τίποτα, και ο δήμος να μην προσφέρει ούτε το ελάχιστο; Μάλλον γιατί εδώ έχουμε μάθει να θεωρούμε δεδομένο ό,τι δεν πληρώσαμε εμείς. Κι όταν το πληρώσει ο κόσμος… το παρουσιάζουμε σαν δικό μας. Τέλος πάντων. Ευτυχώς που τραγουδάνε οι χορωδίες. Γιατί αν περιμέναμε από τον δήμο να βάλει νότα… θα ήμασταν ακόμα στο «ντο».

«Ήχος μηδέν, ντροπή μηδέν — όλα ισορροπημένα»
Το κορυφαίο της βραδιάς, αυτό που με έκανε να γελάσω και να νευριάσω ταυτόχρονα, ήταν ότι οι χορωδίες τραγουδούσαν… χωρίς ήχο. Όχι επειδή το ήθελαν, αλλά επειδή δεν υπήρχε τίποτα. Ούτε ηχεία, ούτε κονσόλα, ούτε ένα καλώδιο να πεις ''ρε παιδί μου, κάτι προσπάθησαν''. Μόνο κάτι μικρά ηχειάκια που είχαν φέρει οι ίδιοι, λες και πήγαιναν εκδρομή και όχι σε εκδήλωση δήμου. Και μέσα σε όλο αυτό το πανηγύρι της αυτοοργάνωσης, οι διαχειριστές — αυτοί που δεν έδωσαν τίποτα — πήγαν και κάθισαν στην πρώτη σειρά. Χωρίς ντροπή, χωρίς αμηχανία, χωρίς κανένα ίχνος ότι καταλαβαίνουν πόσο άσχημα φαίνεται αυτό. Σαν να πήγαν σε συναυλία που πλήρωσαν οι ίδιοι, ενώ στην πραγματικότητα δεν έβαλαν ούτε το ρεύμα. Αλλά όχι. Πρώτη σειρά. Να φαίνεται η παρουσία. Να φαίνεται ότι “στηρίζουν”. Πώς; Με την καρέκλα;

«Μπηχτή μελωδική, γιατί ο ήχος έλειπε»
Ο παρουσιαστής, ευτυχώς, δεν μάσησε. Εκεί που οι χορωδίες τραγουδούσαν με τα ηχειάκια που θύμιζαν παιδικό πάρτι, εκεί που ο δήμος είχε εξαφανιστεί σαν να έπαιζε κρυφτό, βγήκε και είπε την ατάκα που έπρεπε: ότι όλα έγιναν χάρη σε ανθρώπους που εκτιμούν αυτό που κάνουν και διαφημίζουν τον δήμο. Και το είπε με τρόπο που δεν άφηνε περιθώριο παρερμηνείας. Ήταν μπηχτή. Ήταν καρφί. Ήταν βέλος με φωτιά. Και οι από κάτω χαμογελούσαν. Όχι γιατί λύθηκε το πρόβλημα — το πρόβλημα είναι ότι δεν υπήρχε ούτε ήχος, ούτε στήριξη, ούτε τίποτα. Χαμογελούσαν γιατί επιτέλους κάποιος είπε αυτό που όλοι σκεφτόμασταν. Ότι η εκδήλωση έγινε χάρη στους ανθρώπους που δούλεψαν, όχι χάρη σε αυτούς που κάθισαν στην πρώτη σειρά για να φαίνονται. Και όσο το σκεφτόμουν, τόσο καταλάβαινα ότι η μπηχτή ήταν πιο δυνατή από τα ηχεία που δεν υπήρχαν. Γιατί όταν δεν υπάρχει ήχος, μιλάει η αλήθεια. Κι όταν μιλάει η αλήθεια, κάποιοι στραβώνουν. Αλλά τι να κάνουμε; Έτσι πάει. Άμα δεν βοηθάς, μην περιμένεις να σε χειροκροτήσουν. Τουλάχιστον, οι χορωδίες έσωσαν την κατάσταση. Γιατί αν περιμέναμε από τον δήμο να σώσει τον ήχο… θα ακούγαμε μόνο τα τζιτζίκια.

«Όταν η μπηχτή πιάνει, ο προβολέας γίνεται εχθρός»
Και στο καπάκι, ο παρουσιαστής — που είχε ήδη ρίξει την πρώτη μπηχτή σαν να πέταξε πέτρα σε ήρεμη λίμνη — καλεί πάνω τον διαχειριστή να χαιρετήσει την εκδήλωση. Εκεί έγινε το ''έλα να δεις''. Γιατί ο άνθρωπος ένιωσε θιγμένος. Όχι από προσβολή. Από την αλήθεια. Κι αυτό πονάει πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο. Αλλά δεν μπορούσε να πει τίποτα. Γιατί όλοι ξέρουν. Όλοι έχουν δει. Όλοι έχουν ακούσει. Οπότε έμεινε εκεί, στη σκηνή, να βράζει στο ζουμί του. Και από τα νεύρα του άρχισε να κοιτάει γύρω-γύρω αγριεμένος, λες και κάποιος του έκρυψε το πορτοφόλι. Μετά άρχισε να ζητάει να μην τον ''πανιάζει'' ο προβολέας. Το φως. Το ίδιο φως που δείχνει τι έγινε και τι δεν έγινε. Οι από κάτω έβλεπαν έναν άνθρωπο που δεν ήξερε πού να σταθεί. Γιατί όταν δεν έχεις βάλει ούτε ένα λιθαράκι στην εκδήλωση, το φως δεν σε κολακεύει. Σε ξεσκεπάζει. Και τότε δεν φταίει ο προβολέας. Φταίει η πραγματικότητα. Τέλος πάντων. Η χορωδία τραγούδησε. Ο παρουσιαστής μίλησε. Ο κόσμος χειροκρότησε. Και ο διαχειριστής… έψαχνε σκοτάδι.

«Όταν οι ξένοι βλέπουν τα δικά μας, παθαίνουν πολιτισμικό σοκ»
Εμείς εδώ τον ξέρουμε. Ξέρουμε τις αντιδράσεις του, τις μούρες του, τα νεύρα του, το πώς αλλάζει χρώμα όταν τον πιάνει η αλήθεια. Οπότε τίποτα δεν μας φάνηκε περίεργο. Όλα φυσιολογικά. Σαν να βλέπεις το ίδιο επεισόδιο για εκατοστή φορά — ξέρεις πότε θα κάνει παύση, πότε θα στραβώσει, πότε θα ζητήσει να κλείσουν τα φώτα. Αλλά έλα που υπήρχαν και χορωδίες από αλλού. Εκεί έγινε το καλό. Οι άνθρωποι έπαθαν σοκ. Τέτοιο ''τακτ'' είχαν χρόνια να δουν. Τέτοια ''καλοσύνη'' και τέτοια ''ευγένεια'' που, άμα δεν ήξεραν, θα νόμιζαν ότι παρακολουθούν μάθημα πολιτικής ευπρέπειας. Μάθημα υψηλού επιπέδου. Σε ποιο έτος; Δεν ξέρω. Μάλλον σε κάποιο που δεν έχει έρθει ακόμα.Τους έβλεπα να κοιτάνε απορημένοι, να ψιθυρίζουν μεταξύ τους, να προσπαθούν να καταλάβουν τι ακριβώς συνέβη. Γιατί για αυτούς ήταν πρωτόγνωρο. Για εμάς; Τρίτη μεσημέρι. Κανονικότητα. Η καθημερινή μας δόση από το ''θέατρο του παραλόγου'' που παίζεται εδώ και δώδεκα χρόνια χωρίς διάλειμμα. Και κάπου εκεί κατάλαβα πόσο διαφορετικά βλέπουν οι άλλοι αυτό που εμείς έχουμε συνηθίσει. Γιατί όταν η τρέλα γίνεται ρουτίνα, μόνο ο ξένος μπορεί να σου θυμίσει πόσο παράλογη είναι.

«Βραβείο ευπρέπειας σε αυτόν που χρωστάει; Μόνο εδώ γίνονται αυτά»
Το αποτελειωτικό χτύπημα ήρθε στο τέλος. Εκεί που λες ''εντάξει, δεν έχει άλλο'', τον καλούν πάνω για να δώσει το πρώτο βραβείο. Και το δίνει — άνετος, χαλαρός, σαν να μην τρέχει τίποτα. Το δίνει μάλιστα στη γυναίκα που κορόιδευε μέσα στα μούτρα της για τα λεφτά που της χρωστούσε ο δήμος για τη δουλειά της. Δηλαδή, αν υπήρχε βραβείο θράσους, θα το έπαιρνε πριν καν ανέβει στη σκηνή. Κι ο κόσμος κοιτούσε κι αναρωτιόταν. Ποιος έχασε τη ντροπή για να τη βρει αυτός; Γιατί εδώ δεν μιλάμε για απλή αμηχανία. Μιλάμε για άνθρωπο που ανέβηκε κανονικά, σαν να δίνει βραβείο σε φίλη του, ενώ όλοι ξέρουν τι έχει προηγηθεί. Όλοι. Δεν υπάρχει ούτε ένας που να μην γνωρίζει την ιστορία. Και όμως, εκεί πάνω, χαμογελούσε με το γνωστό εκείνο χαμόγελο του ''δεν τρέχει τίποτα''. Έδωσε το βραβείο, είπε δυο λόγια, και κατέβηκε σαν να έκανε το καθήκον του. Τέτοια σκηνικά μόνο εδώ. Μόνο σε αυτόν τον δήμο μπορεί ο άνθρωπος που χρωστάει να δίνει βραβείο σε αυτόν που περιμένει να πληρωθεί. Κι ύστερα να φεύγει σαν να μην έγινε τίποτα.

«Πιεστικό για αυτοκίνητα, όχι για πισίνες»
Τελειώνω για σήμερα, αλλά αυτό το θέμα θα το ξαναπιάσω γιατί κάτι δεν πάει καλά. Ανοίγει, λέει, άρον άρον το κολυμβητήριο. Κι εγώ, σαν σωστός περίεργος, περνάω να δω τις εργασίες καθαρισμού και απολύμανσης. Και αυτό που είδα… δεν ταιριάζει ούτε με κολυμβητήριο χωριού στη δεκαετία του ’80. Πιεστικά. Με αυτά που πλένεις τα αυτοκίνητα. Με αυτά που καθαρίζεις λάσπες από τροχούς. Με αυτά που ρίχνεις νερό στο πεζοδρόμιο όταν βαριέσαι να πάρεις σκούπα. Δεν νομίζω πως μια πισίνα τέτοιων διαστάσεων καθαρίζει έτσι. Εκτός αν το νέο πρωτόκολλο υγιεινής λέει ''ρίξε μια πίεση και ό,τι φύγει''. Και μέσα σε όλα αυτά, βλέπω ότι το κονδύλι είναι στα 19 χιλιάρικα. Δεκαεννιά. Για καθαρισμό. Με πιεστικό. Μήπως κάτι δεν πάει καλά; Μήπως κάτι δεν κολλάει; Μήπως κάποιος νομίζει ότι ο κόσμος δεν βλέπει; Μπορεί και να κάνω λάθος. Αλλάζουν οι εποχές και μαζί τους και ο τρόπος που καθαρίζουν οι πισίνες...
Ο Αντιδήμαρχος
























































