Πήγε, λέει, ο Δήμαρχος στην Αλεξανδρούπολη για τη συνάντηση των αιρετών της ΚΕΔΕ. Σημαντική στιγμή, σοβαρά θέματα, βαριές κουβέντες. Και φυσικά, όπως κάθε σύγχρονος πολιτικός, έβγαλε ανακοίνωση. Με φωτογραφίες. Που τις τράβηξε... ο ίδιος. Και τις σχολίασε... πάλι ο ίδιος.
Δηλαδή, συμμετείχε ενεργά και στην επικοινωνία του εαυτού του. Μπράβο, να τα λέμε κι αυτά. Εγώ τώρα τι να πω; Να πω ότι Googlάρισα το συνέδριο και βρήκα εκατοντάδες φωτογραφίες; Να πω ότι τον Δήμαρχο δεν τον είδα πουθενά; Αν τον εντοπίσετε εσείς, στείλτε μου μήνυμα. Εκτός φυσικά από τις φωτογραφίες που έβγαλε μόνος του, μπροστά σε έναν τοίχο, με φόντο μια αφίσα και το βλέμμα του «συμμετέχω ενεργά». Κατά τ’ άλλα, συμμετείχε ενεργά με την φαντασία του. Δεν ξέρουμε πού, δεν ξέρουμε πώς, αλλά το είπε. Και όταν το λέει ο ίδιος, ποιος είμαι εγώ να αμφισβητήσω; Μπορεί να ήταν εκεί, αλλά να είχε ενεργοποιήσει το mode «αόρατος». Ή να συμμετείχε τηλεπαθητικά. Ή να έκανε live σχολιασμό από το καφέ απέναντι. Το σημαντικό είναι ότι η πόλη εκπροσωπήθηκε. Έστω και με selfie. Έστω και με μονόλογο. Έστω και με την ατάκα «συμμετείχα ενεργά». Γιατί, όπως λένε και οι σοφοί, αν δεν το ανεβάσεις στα social, δεν έγινε ποτέ. Και του χρόνου, με drone. Να έχουμε και πανοραμική συμμετοχή. Προς το παρόν ας αρκεστούμε στην φετινή φιλική συμμετοχή.


Αλεξανδρούπολη, συνέδριο ΚΕΔΕ και η... ανθεκτική απουσία της Αλεξάνδρειας
Αφού ξεκινήσαμε από την όμορφη ακριτική Αλεξανδρούπολη, ας συνεχίσουμε με μια απλή ερώτηση: Πόσο ουσιαστική ήταν τελικά η βόλτα; Οι δήμαρχοι μαζεύτηκαν, λέει, για να συζητήσουν τα προβλήματα των πόλεων τους. Σοβαρά θέματα, δύσκολες συνθήκες, κοινές αγωνίες. Και μέσα σε όλα αυτά, μια ευχάριστη είδηση: θα μοιραστούν 70 εκατομμύρια ευρώ στους δήμους που συμμετέχουν στο Δίκτυο Ανθεκτικών Πόλεων. Για να γίνουν πιο ανθεκτικοί, πιο βιώσιμοι, πιο έτοιμοι για το αύριο.Και τώρα η μεγάλη απορία: Η Αλεξάνδρεια δεν είναι μέσα στο δίκτυο. Ναι, καλά διαβάσατε. Ούτε για δείγμα. Ούτε με τηλεσκόπιο. Ούτε με drone. Ούτε με selfie. Άρα, η συμμετοχή στο συνέδριο ήταν... συμβολική. Ή τουριστική. Ή για να βγάλουμε φωτογραφίες μπροστά από πανό και να γράψουμε «συμμετείχα ενεργά». Γιατί αν δεν είσαι στο δίκτυο, δεν παίρνεις ούτε ευρώ. Ούτε ανθεκτικότητα, ούτε βιωσιμότητα, ούτε τίποτα. Οπότε, η ερώτηση παραμένει: Πόσο ουσιαστική ήταν η βόλτα; Γιατί αν πήγες, άκουσες, φωτογραφήθηκες, αλλά δεν είσαι καν στο πρόγραμμα, τότε μήπως τελικά πήγες για τα μπισκότα του coffee break; Και του χρόνου, με συμμετοχή. Όχι μόνο παρουσία. Γιατί τα 70 εκατομμύρια δεν τα μοιράζουν με likes. Τα μοιράζουν με σχέδιο. Και με ένταξη.

Το δωμάτιο με τα λεφτά και το JCB των αποκαλύψεων
Και κάπως έτσι, μπαίνει η ερώτηση που καίει: Αφού τα 70 εκατομμύρια δίνονται για έκτακτες ανάγκες, φυσικές καταστροφές και ανθεκτικότητα, και εμείς δεν είμαστε καν στο δίκτυο, τότε γιατί δίνουμε 600 χιλιάρικα για JCB, εκχιονιστικά και 4x4; Από την μια δεν μας νοιάζουν οι φυσικές καταστροφές κι από την άλλη δίνουμε ένα κάρο λεφτά για να αγοράσουμε. Μήπως... ξέρει κάτι ο Δήμος που δεν ξέρουμε εμείς; Μήπως έρχεται χιονοθύελλα από το Λουτράκι και θα μας βρει απροετοίμαστους; Ή μήπως το JCB είναι για να σκάψουμε και δεύτερο δωμάτιο με λεφτά, γιατί το πρώτο γέμισε; Γιατί αν δεν έχουμε προβλήματα, όπως λένε, τότε: Δεν χρειαζόμαστε ανθεκτικότητα Δεν χρειαζόμαστε χρηματοδότηση Δεν χρειαζόμαστε JCB Οπότε κάτι γίνεται και δεν το έχουμε πάρει χαμπάρι. Ή το σχέδιο είναι τόσο καλά κρυμμένο που ούτε το GPS του εκχιονιστικού δεν το βρίσκει. Άρα προς το παρόν, μην ξανακούσω ότι «εμάς δεν μας χτυπάει κανένας». Γιατί αν έχεις ένα δωμάτιο με λεφτά, όπως αρέσει να λένε κάποιοι και έχεις όραμα, μπορεί να γίνουν δύο, τρία, και με σοφίτα. Αλλά να εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα. Και μην ρωτήσετε ποιανού. Και το JCB;Ας το κρατήσουμε standby. Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα χρειαστεί να σκάψουμε βαθιά. Για απαντήσεις. Ή για το δεύτερο δωμάτιο.

Ανασχηματισμός ή... αναδιάταξη καρέκλας;
Και τώρα, πάμε στον ανασχηματισμό. Αυτό το «μεγάλο γεγονός» που κάποιοι προσπαθούν να μας παρουσιάσουν σαν να αλλάζει η ροή της ιστορίας. Στην πραγματικότητα; Ένα τίποτα με μπόλικο περιτύλιγμα. Γιατί τι περιμένουμε; Να βγει η απόφαση για τον ειδικό συνεργάτη, να βολευτεί ο «δικός μας» και μετά... ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Όποιος μιλάει με «τους άλλους» – αυτούς που εμείς είμαστε μαλωμένοι – φεύγει. Όποιος είναι κολλητός, μένει. Και συνεχίζει το «θεάρεστο έργο» που κανείς δεν ξέρει ακριβώς ποιο είναι, αλλά όλοι το επικαλούνται. Ο ανασχηματισμός δεν είναι εργαλείο πολιτικής. Είναι παιχνίδι καρέκλας. Ποιος κάθεται, ποιος σηκώνεται, ποιος σπρώχνει, ποιος κρατάει την πόρτα. Και όλα αυτά με φόντο την αγωνία: θα μπει ο δικός μας; Αντί για σχέδιο, έχουμε σχέσεις. Αντί για αξιολόγηση, έχουμε παρεάκι. Αντί για όραμα, έχουμε «να βολευτεί ο άνθρωπος». Και μετά, όλα καλά. Μέχρι τον επόμενο ανασχηματισμό. Ή την επόμενη παρεξήγηση. Οπότε, μην μας λέτε ότι είναι «σημαντικό γεγονός». Είναι απλώς τοπική εκδοχή του Survivor. Με αποχωρήσεις, ασυλίες και στρατηγικές. Μόνο που εδώ, το έπαθλο είναι μια θέση. Και το κοινό... δεν ψηφίζει. Απλώς παρακολουθεί. Και του χρόνου, με live μετάδοση. Να ξέρουμε τουλάχιστον ποιος μπήκε, ποιος βγήκε και ποιος... έμεινε για να συνεχίσει το θεάρεστο έργο.

Ανασχηματισμός: Το θέατρο των πρόθυμων και των φαναριών
Η απορία που έχει ο Αντιδήμαρχος είναι η εξής: δεν είναι θέμα μόνο του «σκηνοθέτη» του ανασχηματισμού, αλλά και των ηθοποιών που περιμένουν να ανέβουν στη σκηνή. Γιατί όταν ο άλλος έχει ήδη κανονίσει το έργο για το επόμενο δίμηνο, εσύ τι πας να κάνεις εκεί; Να κρατάς φανάρι; Να φωτίζεις το δρόμο του άλλου, μήπως και σε δει και σου πετάξει έναν ρόλο; Αν το δέχεσαι αυτό, δεν είσαι σοβαρός. Είσαι απλώς διακοσμητικός. Και το χειρότερο; Το ξέρεις. Αλλά το δέχεσαι, γιατί κάπου μέσα σου ελπίζεις ότι θα έρθει η σειρά σου. Ότι θα σε θυμηθεί. Ότι θα σε βολέψει. Ότι θα σου δώσει μια καρέκλα, έστω και σπασμένη. Οπότε, για ποιον ανασχηματισμό μιλάμε; Για ένα θέατρο. Με προκαθορισμένο σενάριο, με ρόλους μοιρασμένους, με κομπάρσους που περιμένουν να γίνουν πρωταγωνιστές, αλλά δεν έχουν καν ατάκα. Και το κοινό; Κάθεται και αναρωτιέται αν πρέπει να γελάσει ή να κλάψει. Γιατί το έργο δεν έχει ούτε δράση, ούτε ανατροπή. Έχει μόνο αναμονή. Και ελπίδα. Και μια σκηνή γεμάτη φανάρια, που τα κρατούν όσοι δεν τόλμησαν να φύγουν όταν κατάλαβαν ότι δεν θα παίξουν ποτέ. Και του χρόνου, με εισιτήριο. Για να ξέρουμε τουλάχιστον ποιοι πλήρωσαν για να μπουν στο έργο. Και ποιοι απλώς ήταν εκεί για να φωτίζουν τους άλλους.

Η Μερσεντές των εκδηλώσεων και το “ναι σε όλα”
Εδώ και δύο χρόνια, στα δημοτικά συμβούλια παίζεται ένα έργο που θα μπορούσε να λέγεται “Ψηφίζω ναι, δεν ξέρω γιατί”. Οι άνθρωποι πάνε, κάθονται, ακούν κάτι σαν τίτλο θέματος, και πριν προλάβει κανείς να ρωτήσει «τι ακριβώς είναι αυτό;», το χέρι σηκώνεται αυτόματα. Ναι. Ναι. Ναι. Σαν να είναι διαγωνισμός συγκατάθεσης. Είναι σαν να είσαι σε μια επιχείρηση, να λέει κάποιος «να αγοράσουμε ένα αυτοκίνητο;» και όλοι να λένε «ναι». Κάποιος!!! Μην λέμε κι οτι θέλουμε. Και μετά να εμφανίζεται μια Μερσεντές, με δερμάτινα καθίσματα, ηχοσύστημα, και τιμή που κάνει τον λογιστή να λιποθυμήσει. Και όλοι να κοιτάνε απορημένοι: «Μα δεν είπαμε απλώς ναι; Δεν ξέραμε ότι θα ήταν... αυτό το ναι». Και μην μου πείτε ότι στις εκδηλώσεις δεν γίνεται κάτι τέτοιο. Κάθε χρόνο, τριακοσαράκι στο άνετο. Όχι για το σύνολο. Για μία σειρά εκδηλώσεων. Ποια Μερσεντές; Εδώ μιλάμε για στόλο. Με φωτισμό, ήχο, σκηνή, καλλιτέχνη, και το απαραίτητο «δεν είχαμε χρόνο να το συζητήσουμε, έπρεπε να εγκριθεί άμεσα». Και κάπως έτσι, το “ναι” γίνεται χρέωση. Και το “δεν ξέρω” γίνεται “δεν πειράζει”. Και το “δεν είδα” γίνεται “δεν φταίω”. Και το αποτέλεσμα; Μια πόλη που πληρώνει Μερσεντές, αλλά κυκλοφορεί με πατίνι. Αν κάποιος ρωτήσει «γιατί;», η απάντηση είναι απλή: γιατί κανείς δεν ρώτησε πριν ψηφίσει.

Τα σκαλοπάτια του Γιδά και η τέχνη της πονηριάς
Ακούστε και μια ατάκα που άκουσα πρόσφατα. Και όχι μόνο αποτυπώνει με ακρίβεια το τι συμβαίνει στον Γιδά, αλλά θα έπρεπε να διδάσκεται και σε σεμινάρια τοπικής αυτοδιοίκησης με τίτλο: «Πονηριά, Κουτοπονηριά και Κακία – Πρακτική Εφαρμογή». Ο πονηρός, λέει, στέκεται στο μεσαίο σκαλοπάτι. Δεν είναι ούτε αφελής, ούτε κακός. Είναι εκεί, σε αναμονή. Αν κατέβει ένα σκαλοπάτι, αγκαλιάζει την κουτοπονηριά: λέει ό,τι τον συμφέρει, αδιαφορεί για την αλήθεια, και το μόνο που τον νοιάζει είναι να βολευτεί. Αν ανέβει ένα σκαλοπάτι, συναντά την κακία: ξεσπά, επιτίθεται, βγάζει το άχτι του σε όσους θεωρεί εχθρούς του – συχνά χωρίς καν να είναι. Και τώρα, κάντε το πείραμα: Πάτε μια βόλτα από Αλεξανδρούπολη, ελάτε μετά στον Γιδά. Βάλτε κάποιον στο μυαλό σας. Όποιον θέλετε εσείς. Δεν χαλάμε χατίρια. Και πείτε μου: σας θυμίζει κάτι η παραπάνω περιγραφή; Γιατί στον Γιδά, τα σκαλοπάτια δεν είναι αρχιτεκτονικά. Είναι ψυχολογικά. Και πολλοί τα ανεβοκατεβαίνουν ανάλογα με το συμφέρον, την παρέα, ή το ποιος τους κοίταξε στραβά στο τελευταίο συμβούλιο ή έγραψε κάτι εναντίον τους. Το πρόβλημα δεν είναι ποιος είναι πονηρός. Το πρόβλημα είναι ότι πολλοί έχουν μπερδέψει την πονηριά με την εξυπνάδα. Και τη θέση στο σκαλοπάτι, με τη θέση στην κοινωνία. Και κάπως έτσι, ο Γιδάς γίνεται θέατρο σκαλοπατιών. Με πρωταγωνιστές που δεν ξέρουν αν ανεβαίνουν ή κατεβαίνουν. Αλλά παίζουν τον ρόλο τους με πάθος.

Ο Αντιδήμαρχος, τα μηχανήματα και ο Άγιος Φανούριος
Ο μεγάλος, ο αεικίνητος, ο πολυμήχανος, ο άνθρωπος που ξέρει να λέει «ναι» με στόμφο και «όχι» με απορία, ξαναχτύπησε! Αυτή τη φορά, όχι με έργο, αλλά με… ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Ναι, εκείνα τα οικολογικά διαμάντια που κόστισαν δυο κατοστάρες και τώρα παρκάρουν σαν γλυπτά στην αυλή του δημαρχείου. Γιατί να τα χρησιμοποιήσουμε; Μήπως χαλάσει η μπαταρία;Κι ενώ τα μηχανήματα σκουριάζουν, οι δημοτικοί σύμβουλοι ψηφίζουν με την ακρίβεια ρολογιού… που δεν δουλεύει. «Τι είναι αυτό που ψηφίζουμε;» ρωτάει ο ένας. «Δεν ξέρω, αλλά είναι υπέρ του Δήμου!» απαντά ο άλλος, και το κοντέρ χρέωσης γράφει. Και τότε, σαν από μηχανής θεός, εμφανίζεται ο Άγιος Φανούριος. Όχι με πίτα, αλλά με φάκελο. «Να σας φανερώσω την αλήθεια», λέει. «Τα μηχανήματα αγοράστηκαν για να μη χρησιμοποιούνται, τα αυτοκίνητα για να φωτογραφίζονται, και οι αποφάσεις για να εξυπηρετούν… τους μάγκες». Ο ακατανόμαστος, με ύφος σοβαρό και βλέμμα στο άπειρο, δηλώνει: «Όλα έγιναν με διαφάνεια. Τόση διαφάνεια που δεν βλέπουμε τίποτα». Και συνεχίζει: «Ο Δήμος είναι σε καλό δρόμο. Απλώς δεν έχουμε όχημα να τον διανύσουμε». Και κάπως έτσι, με ευχές, φανουρόπιτες και τιμολόγια, συνεχίζεται η πορεία προς το μέλλον. Ένα μέλλον γεμάτο καινούρια μηχανήματα, αχρησιμοποίητα αυτοκίνητα και αποφάσεις που μυρίζουν… λιβάνι.

Οι τοίχοι έχουν στόμα, κι ο Αντιδήμαρχος… μικρόφωνο
Μην ακούσω κανέναν να λέει «πού είναι το κράτος;». Το κράτος είναι εδώ! Απλώς κοιτάει αλλού. Γιατί όταν το μόνο που σε νοιάζει είναι να γεμίσεις τη χώρα με δεξιούς δημάρχους, δεν έχεις χρόνο να κοιτάξεις αν τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα του Δήμου κάνουν βόλτες ή απλώς φορτίζουν την αδιαφορία μας. Μήπως τα πληρώνουν από την τσέπη τους; Όχι βέβαια! Το δημόσιο ταμείο είναι σαν το μαγικό καζάνι: βάζεις μέσα ό,τι θες, αρκεί να έχεις την κατάλληλη παρέα στο Δημοτικό Συμβούλιο. Ψηφίζουν χωρίς να ξέρουν, χωρίς να ρωτάνε, χωρίς να διαβάζουν. Μόνο με το βλέμμα του ακατανόμαστου να τους καθοδηγεί σαν GPS: «Στρίψτε δεξιά στην @διαφάνεια». Απλά η κυβέρνηση όταν κάποιος κάνει τη χοντράδα, δεν τον τιμωρούν. Τον βάζουν στο περιθώριο. Σιγά-σιγά. Όπως βάζεις το παλιό χαλί στην αποθήκη. Γιατί και οι τοίχοι έχουν στόμα. Και μιλάνε. Και αγανακτούν. Και κάποια στιγμή, ξεσπούν. Όχι με φωνές, αλλά με διαρροές. Κι εκεί που νομίζεις πως όλα είναι ήσυχα, εμφανίζεται ο Άγιος Φανούριος με ένα USB stick και λέει: «Ήρθα να φανερώσω τα παραμύθια σας». Γιατί τα ανεκπλήρωτα όνειρα δεν είναι δικά μας. Εμείς ονειρευόμαστε Δήμους που δουλεύουν, όχι που φωτογραφίζονται.

Αλεξάνδρεια Ημαθίας: Η πόλη που ξέχασε ο Μ. Αλέξανδρος
Και κλείνω με κάτι τραγικό. Δεν γίνεται, ρε φίλε. Δεν γίνεται να είσαι η μοναδική πόλη στην Ελλάδα που φέρει το όνομα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και να μην σε ξέρει ούτε ο Αρναούτογλου. Και μιλάμε για άνθρωπο από τη Θεσσαλονίκη! Δηλαδή, αν του έλεγες «είμαι από το Μπαρανκίγια της Κολομβίας», θα είχε περισσότερες πιθανότητες να σου πει «α, ωραία, έχω περάσει». Η Αλεξάνδρεια Ημαθίας, η πόλη που θα έπρεπε να είναι τουριστικό brand, ιστορικό σημείο αναφοράς, και παγκόσμιο κέντρο πολιτισμού, κατάφερε το ακατόρθωτο: να γίνει αόρατη. Θέλει κόπο αυτό. Θέλει στρατηγική. Θέλει να μην κάνεις τίποτα για 15 χρόνια και να το λες και περήφανα. Και την ίδια ώρα, ο δήμαρχος της Νάουσας συναντά τον πρέσβη του Ουζμπεκιστάν και συστήνεται ως «ο δήμαρχος της πόλης που μεγάλωσε ο Μ. Αλέξανδρος». Δηλαδή, όχι μόνο μας πήραν το όνομα, μας πήραν και την παιδική ηλικία του βασιλιά. Αν συνεχίσουμε έτσι, θα μας πάρουν και το άγαλμα που δεν υπάρχει κι ακόμη περιμένουμε να γίνει. Πιο χάλια δεν γίνεται. Ή μάλλον… γίνεται. Αν βγει κάποιος από την Αλεξάνδρεια και πει «είμαι από την πόλη που δεν ξέρει ούτε ο Αλέξανδρος». Εκεί θα πιάσουμε πάτο. Και θα τον βαφτίσουμε «τουριστικό προορισμό χαμηλών προσδοκιών». Αλλά μην ανησυχείς. Κάποια στιγμή θα εμφανιστεί ο Άγιος Φανούριος με GPS και θα μας βρει. Αν όχι αυτός, ίσως η Google. Αν και ούτε εκεί μας βγάζει πρώτους…
Ο Αντιδήμαρχος
























































