Σήμερα θα ξεκινήσουμε από ψηλά. Όχι από τον Υμηττό ούτε από τον Λυκαβηττό, αλλά από εκεί που πετάει η φαντασία των καναλιών: με την πρέσβη Γκιλφόιλ, που έχει καταφέρει να γίνει το νέο εθνικό μας σπορ. Πρόεδροι Δημοκρατίας, πρωθυπουργοί, υπουργοί, παρουσιαστές, μέχρι και ο μανάβης της γειτονιάς, όλοι ασχολούνται με το «φαινόμενο».
Μας την παρουσιάζουν σαν κάτι το εξαιρετικό, το ανεπανάληπτο, το «άλλο». Και πράγματι είναι το «άλλο» – αλλά όχι αυτό που προσπαθούν να μας πασάρουν.Διότι, αγαπητοί μου, μόνο που πάτησε το πόδι της στην Ελλάδα και βρέθηκε κάθε μέρα δίπλα στον Αργυρό, καταλαβαίνεις αμέσως πώς θα εξελιχθεί το έργο. Ο προηγούμενος πρέσβης ξημεροβραδιαζόταν στον Ρέμο, αυτή στον Αργυρό. Σαν να λέμε: η διπλωματία της μπουζουκοκατάστασης. Αν αύριο έρθει άλλος, θα τον βάλουν να κάνει βάρδιες στον Πάνο Κιάμο. Γιατί, όπως φαίνεται, η χώρα μας δεν είναι κράτος, είναι ένα απέραντο μπουζουκομάγαζο με διπλωματική κάλυψη.

ΜΕ ΑΥΤΗΝ ΘΑ ΧΟΡΤΑΣΟΥΜΕ ΘΕΑΜΑ ΑΠΟ ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Και τα κανάλια; Σαν να έχουν βρει το νέο τους reality. Κάθε μέρα πλάνα, χαμόγελα, χειραψίες, τραγούδια. Αντί να μας δείχνουν ειδήσεις, μας δείχνουν το «πρεσβευτικό tour» στα μπουζούκια. Και κάπου εκεί γεννιέται η απορία: αν κυβέρνηση ήταν κανένας ΣΥΡΙΖΑ, θα μας έλεγαν τα ίδια για την κυρία πρέσβη; Ή θα την είχαν ξετινάξει από το πρωί μέχρι το βράδυ, με πάνελ, αναλύσεις και έκτακτα δελτία; Γιατί, ως γνωστόν, η αντικειμενικότητα στην Ελλάδα είναι σαν το μπουζούκι: παίζει ό,τι θέλει ο μαέστρος. Τελικά, η Γκιλφόιλ δεν είναι απλώς πρέσβης. Είναι το νέο «καλλιτεχνικό» πρόσωπο της χώρας. Μια διπλωματία με γαρύφαλλα, μια εξωτερική πολιτική με μπουζούκια και μια Ελλάδα που, αντί να συζητάει για γεωπολιτική, συζητάει για το ποιος τραγουδιστής θα έχει την τιμή να φιλοξενεί την πρέσβη στο πρώτο τραπέζι πίστα. Αν αυτό δεν είναι σάτιρα της πραγματικότητας, τότε τι είναι;

ΜΟΝΟ ΣΕ ΜΑΣ ΘΑ ΒΡΕΙΣ ΔΥΣΑΡΕΣΤΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Πάμε παρακάτω λοιπόν. Γιατί σαν τον Γιδά δεν έχει. Ποιος Αργυρός και ποια πρέσβης; Εδώ η δημοσιότητα παίζει αλλιώς. Μόνο σε μας θα βρεις θέματα που δεν παίζουν πουθενά αλλού – και μάλιστα πάντα από την ανάποδη πλευρά. Εκεί που οι άλλοι δείχνουν παραλίες, ηλιοβασιλέματα και «ομορφιές της Ελλάδας», εμείς βγαίνουμε στο γυαλί με το πιο σκληρό ρεπορτάζ: την κατάντια του ειδικού δημοτικού σχολείου. Και δεν μιλάμε για ψιλά γράμματα. Μιλάμε για εικόνες που έκαναν τους παρουσιαστές να μείνουν με το στόμα ανοιχτό και τους τηλεθεατές να αναρωτιούνται αν βλέπουν ντοκιμαντέρ ή σατιρική εκπομπή. Γιατί, εδώ δεν έχουμε μόνο μπουζούκια και πρεσβείες. Έχουμε και το χάλι που επικρατεί σε έναν χώρο που θα έπρεπε να είναι πρότυπο ανθρωπιάς. Αντί για φροντίδα, βλέπεις εγκατάλειψη. Αντί για σεβασμό, βλέπεις αδιαφορία.

ΟΛΟ ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΡΑΣΟΥΜΕ ΤΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΧΑΛΙΑ ΜΑΣ
Και κάπου εκεί αρχίζεις να αμφιβάλλεις: είμαστε όντως άνθρωποι ή απλώς θεατές σε μια παράσταση που παίζεται καθημερινά με σκηνικό την αδιαφορία; Η σάτιρα εδώ δεν χρειάζεται υπερβολές. Η πραγματικότητα είναι πιο δυνατή από κάθε αστείο. Όταν μια εκπομπή, που συνήθως δείχνει τα ωραία της χώρας, αποφασίζει να δείξει και τις «ομορφιές» του Γιδά, τότε καταλαβαίνεις ότι κάτι δεν πάει καλά. Γιατί η Ελλάδα δεν είναι μόνο καρτ-ποστάλ. Είναι και οι γωνιές που όλοι κάνουν πως δεν βλέπουν. Και αυτές οι γωνιές, δυστυχώς, βγάζουν περισσότερο γέλιο πικρό παρά χαμόγελο. Οπότε, αφήστε τους Αργυρούς και τις πρέσβεις. Εδώ έχουμε το δικό μας «θέαμα». Ένα θέαμα που δεν χρειάζεται σκηνοθέτη, γιατί το σκηνοθετεί η ίδια η αδιαφορία. Και όσο τα κανάλια σοκάρονται, εμείς απλώς συνεχίζουμε να ζούμε μέσα σε αυτό το σκηνικό. Αν αυτό δεν είναι η πιο τραγική μορφή σάτιρας, τότε τι είναι;

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙΣ ΤΑΛΕΝΤΟ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΚΡΙΝΕΣΑΙ ΣΤΑ ΣΤΡΑΒΑ.
Για να πούμε τη μαύρη αλήθεια, θέλει πραγματικό ταλέντο να καταφέρνει κάποιος να βρίσκεται συνεχώς στο προσκήνιο μόνο για αρνητικούς λόγους. Σαν να έχει βάλει στόχο: «Θα γίνω διάσημος, αλλά όχι για καλό». Και το πετυχαίνει με συνέπεια που θα ζήλευε και ο πιο οργανωμένος μάνατζερ. Μέσα σε δύο χρόνια, λοιπόν, έδωσαν πεντακόσιες χιλιάδες – ναι, καλά διαβάσατε – για να φέρουν τραγουδιστές, να βγάζουν φωτογραφίες και να πίνουν τσάμπα ποτά. Λες και είναι μακριά η Θεσσαλονίκη αν θέλουν να πάνε στα μπουζούκια. Αλλά εκεί, βλέπεις, πρέπει να πληρώσουν. Ενώ εδώ, πληρώνει το κορόιδο: ο δημότης. Και κάπου ανάμεσα στα γαρύφαλλα και τα stories στο Instagram, μπορεί να μείνουν και κάτι «ψιλά» για τους δικούς μας. Και δεν μιλάμε μόνο για το τώρα. Τα προηγούμενα δέκα χρόνια, σχεδόν οι ίδιοι ήταν και ξόδευαν κατά ριπάς σε συναυλίες, σαν να μην υπάρχει αύριο. Σαν να λένε: «Αν δεν έχουμε έργα, τουλάχιστον να έχουμε πρόγραμμα».

Η ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΕΧΕΙ ΜΠΕΡΔΕΨΕΙ ΤΟΥΣ ΡΟΛΟΥΣ
Μόνο που το πρόγραμμα δεν είναι για τον κόσμο, είναι για την πάρτη τους. Και εδώ έρχεται η μεγάλη απορία: Πόσα κτίρια θα μπορούσαν να είχαν φτιάξει για τα παιδάκια με αυτά τα λεφτά; Πόσες αίθουσες, πόσες υποδομές, πόσες ευκαιρίες; Αντί γι’ αυτό, έχουμε φωτογραφίες με ποτήρια στο χέρι και χαμόγελα μπροστά σε προβολείς. Η τοπική αυτοδιοίκηση σαν να έχει μπερδέψει τον ρόλο της: αντί να είναι διαχειριστής της πόλης, έχει γίνει διοργανωτής μπουζουκο-φεστιβάλ. Και κάπως έτσι, η σάτιρα γίνεται πραγματικότητα. Γιατί όταν βλέπεις να ξοδεύονται εκατοντάδες χιλιάδες για τραγουδιστές, ενώ το ειδικό σχολείο μοιάζει με αποθήκη, δεν χρειάζεται να γράψεις αστεία. Η ίδια η κατάσταση είναι το αστείο. Μόνο που δεν γελάει κανείς.

ΘΑ ΜΑΣ ΠΕΙΤΕ ΠΟΤΕ ΠΟΣΑ ΒΓΑΛΑΤΕ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΑΚΟΣΙΑ ΧΙΛΙΑΡΙΚΑ ΠΟΥ ΔΩΣΑΤΕ;
Κι ένα τελευταίο λοιπόν, για να κλείσουμε το φετινό «φεστιβάλ» με τον πιο γλυκό τρόπο: τα έσοδα. Γιατί τα έξοδα τα ξέρουμε όλοι. Τα βλέπουμε σε αφίσες, σε φωτογραφίες, σε stories, σε ποτήρια γεμάτα και σε τραπέζια πρώτης σειράς. Τα έσοδα όμως; Αυτά είναι σαν τον Γιάννη τον Αντετοκούνμπο: όλοι μιλάνε γι’ αυτά, αλλά κανείς δεν τα βλέπει από κοντά. Κάποιος που δεν του άρεσε και πολύ το σκηνικό – ξέρετε, από αυτούς τους περίεργους που αντί να χειροκροτούν, ρωτάνε – έψαξε και έμαθε ότι τα νούμερα δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Σαν να λέμε: άλλος μετράει τα μπουκάλια, άλλος τα εισιτήρια, κι άλλος τα χαμόγελα. Και στο τέλος, όλοι βγαίνουν με διαφορετικό αποτέλεσμα. Ένα μαθηματικό θαύμα που θα ζήλευε και η NASA. Οπότε, για να μην έχουμε και πολλή αγωνία, η δημοτική αρχή θα ανεβάσει τα έσοδα… όποτε ανεβάσει και των προηγούμενων χρόνων. Δηλαδή ποτέ.

ΚΑΝΕΝΑΣ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΝ ΖΗΤΑΕΙ ΝΑ ΜΑΘΕΙ ΤΑ ΕΣΟΔΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ
Είναι σαν εκείνα τα έργα που «θα γίνουν», αλλά μένουν για πάντα σε μακέτες. Μόνο που εδώ δεν έχουμε μακέτες, έχουμε νούμερα που εξαφανίζονται πιο γρήγορα κι από τον μάγο Σανκάρα. Και κάπως έτσι, η ιστορία επαναλαμβάνεται: κάθε χρόνο εκδηλώσεις, κάθε χρόνο έξοδα, κάθε χρόνο φωτογραφίες. Τα έσοδα όμως μένουν στο συρτάρι, σαν μυστικό οικογενειακής συνταγής. Μόνο που η συνταγή αυτή δεν βγάζει γλυκό, βγάζει πίκρα. Γιατί ο δημότης πληρώνει, ο τραγουδιστής τραγουδάει, οι φωτογραφίες ανεβαίνουν, αλλά τα νούμερα μένουν κρυφά. Λες και οι συναυλίες στον Γιδά ειναι το ρεβανί χοχλιούρου που πρέπει να ξέρουν λιγοι πώς γίνεται. Τελικά, η τοπική αυτοδιοίκηση έχει βρει τον τρόπο να κάνει την οικονομία πιο συναρπαστική από stand-up comedy. Μόνο που το αστείο δεν είναι αστείο. Είναι η πραγματικότητα. Και όσο δεν βλέπουμε τα έσοδα, θα συνεχίσουμε να γελάμε πικρά. Γιατί, όπως λέει και η λαϊκή σοφία: «Τα έξοδα φαίνονται, τα έσοδα χάνονται».

Η ΓΝΩΣΤΗ ΠΑΡΕΑ ΠΟΥ ΨΑΧΝΕΙ ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΚΟΡΟΪΔΟ.
Ας αλλάξουμε λοιπόν θέμα, για να μη μας λένε και εμπαθείς. Δεν θέλουμε να φανεί ότι κάνουμε κακό στην τόσο «καλή» διοίκηση του δήμου. Οπότε ας πιάσουμε κάτι πιο φρέσκο: το παρεάκι που, αν και οι εκλογές είναι σε τρία χρόνια, έχει ήδη πιάσει δουλειά. Σαν να λέμε: «Προεκλογική καμπάνια με το καλημέρα».Το σχέδιο είναι απλό και δοκιμασμένο. Ψάχνουν να βρουν το επόμενο κορόιδο. Έναν άνθρωπο που θα τον βάλουν μπροστά, να σηκώσει το βάρος, να χάσει τα λεφτά του, να τρέχει για αφίσες, καφέδες και τραπεζάκια. Και φυσικά, μέρος των χρημάτων θα καταλήξει στους ίδιους. Γιατί, όπως λέει και η λαϊκή σοφία: «Ο μπροστινός πληρώνει, οι από πίσω κερδίζουν». Είναι σαν reality show: ποιος θα είναι ο επόμενος «εκλεκτός»; Κάθε φορά ψάχνουν τον πιο αφελή, τον πιο αισιόδοξο, αυτόν που πιστεύει ότι «τώρα θα αλλάξουμε τα πράγματα». Και στο τέλος, αλλάζουν μόνο τα πορτοφόλια. Οι ίδιοι μένουν σταθεροί, σαν τα έπιπλα του δημαρχείου.

ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΓΕΛΑΝΕ ΠΟΥ ΚΑΤΑΦΕΡΑΝ ΝΑ ΧΑΣΟΥΝ ΞΑΝΑ
Το αστείο είναι ότι το κάνουν με τέτοια σοβαρότητα, λες και οργανώνουν επιχείρηση υψηλής στρατηγικής. Συναντήσεις, μυστικά ραντεβού, σχέδια επί χάρτου. Σαν να ετοιμάζουν την επόμενη NASA, ενώ στην πραγματικότητα ψάχνουν απλώς τον επόμενο χορηγό για τις βενζίνες τους. Και κάπως έτσι, η τοπική πολιτική μετατρέπεται σε καφενειακή σάτιρα. Δεν έχει σημασία ποιος θα βγει μπροστά. Σημασία έχει ποιοι θα μείνουν πίσω και θα γελάνε με την τσέπη του άλλου. Γιατί, όπως φαίνεται, οι εκλογές δεν είναι τρία χρόνια μακριά. Είναι ήδη εδώ, στο μυαλό εκείνων που ξέρουν ότι το παιχνίδι δεν είναι να κερδίσεις ψήφους, αλλά να κερδίσεις… πορτοφόλια.

ΕΧΟΥΝ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑ ΝΑ ΠΗΓΑΙΝΟΥΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΧΑΜΕΝΟΥΣ.
Δεν θα πω περισσότερα για να μην χαλάσει το προξενιό. Αλλά, για να έχετε κάτι να ασχολείστε, ιδού το νέο κεφάλαιο της τοπικής μας κωμωδίας.Πρώτον: το παρεάκι είναι αυτό που όποιον κι αν υποστήριξε, δεν βγήκε ποτέ δήμαρχος. Σαν να έχουν βάλει κατάρα: «Όποιον ακουμπήσουμε, χάνει». Αν ήταν ποδοσφαιρική ομάδα, θα είχαν υποβιβαστεί στη Γ’ Ερασιτεχνική εδώ και χρόνια. Αλλά στην πολιτική, συνεχίζουν να παίζουν, γιατί πάντα υπάρχει το επόμενο κορόιδο. Δεύτερον: έχουν αδυναμία στο γυναικείο φύλο. Πάλι γυναίκα ψήνουν για να βάλουν υποψήφια. Σαν να λένε: «Αν δεν μας βγήκε με άντρες, ας δοκιμάσουμε με γυναίκες». Το casting συνεχίζεται, λες και ψάχνουν πρωταγωνίστρια για τηλεοπτική σειρά. Μόνο που εδώ το σενάριο είναι γνωστό: μπαίνει μπροστά, χάνει λεφτά, χάνει εκλογές, και το παρεάκι μένει πίσω να μετράει τα κέρδη. Τρίτον: υπάρχει ένα μεγάλο εμπόδιο. Ο μπαμπάς. Μέχρι τώρα ήταν μαζί τους, αλλά επειδή ξέρει πώς παίζεται το έργο, άρχισε να ξεκόβει. Και μη σας πω ότι κάποια στιγμή τον βλέπω να μιλάει και να βγάζει στη φόρα τα άπλυτα των προηγούμενων εκλογικών αναμετρήσεων. Πόσα χάθηκαν, πώς χάθηκαν, και ποιοι έκαναν το κουμάντο. Αν ανοίξει το στόμα του, θα έχουμε σίριαλ με επεισόδια που θα κρατήσουν μήνες. Και κάπως έτσι, η τοπική πολιτική μοιάζει με σαπουνόπερα. Έχουμε το παρεάκι που ψάχνει πρωταγωνιστή, την υποψήφια που ετοιμάζεται να μπει στη σκηνή, και τον μπαμπά που κρατάει το σενάριο και μπορεί να το διαβάσει δυνατά ανά πάσα στιγμή. Αν αυτό δεν είναι σάτιρα της πραγματικότητας, τότε τι είναι;

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΒΑΖΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥΣ ΥΠΟΨΗΦΙΟΥΣ;
Και θα το κλείσω με μια ερώτηση που πιο απλή δεν γίνεται. Αφού όλο το παρεάκι έχει παιδιά – και μάλιστα σε ηλικία που μπορούν να είναι υποψήφιοι δήμαρχοι – γιατί δεν κατεβάζουν έναν συνδυασμό με κάποιον δικό τους συγγενή; Να μας δείξουν, βρε αδερφέ, ότι θέλουν στα αλήθεια να μας σώσουν. Γιατί αν πιστεύεις τόσο πολύ στο «όραμά» σου, δεν θα έπρεπε να το εμπιστευτείς πρώτα στους δικούς σου; Αντί γι’ αυτό, κάθε φορά ψάχνουν να βρουν το επόμενο κορόιδο. Κάποιον που θα μπει μπροστά, θα χάσει χρόνο, χρήμα και υπομονή, ενώ εκείνοι θα μείνουν πίσω να κάνουν τα κουμάντα. Και το μοναδικό συμπέρασμα που βγαίνει είναι ένα: αφού δεν σας εμπιστεύονται τα ίδια σας τα παιδιά, πώς να σας εμπιστευτούν οι ξένοι; Πώς να σας πιστέψει ο κόσμος που θέλετε να πείσετε να ψηφίσει τον «εκλεκτό» σας; Είναι σαν να ανοίγεις μαγαζί και να μην ψωνίζουν ούτε οι συγγενείς σου.

ΑΦΟΥ ΔΕΝ ΣΑΣ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΝΤΑΙ ΟΥΤΕ ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΣΑΣ
Αν δεν μπαίνει η μάνα σου να πάρει ψωμί, πώς να μπει ο γείτονας; Αν δεν έρχεται ο γιος σου να στηρίξει, πώς να έρθει ο δημότης; Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: «Δεν το πιστεύουμε ούτε εμείς». Και κάπου εκεί, η σάτιρα γίνεται αυτοσαρκασμός. Η πολιτική τους μοιάζει με θεατρική παράσταση που δεν βρίσκει ποτέ πρωταγωνιστή. Κάθε φορά ψάχνουν τον επόμενο, αλλά κανείς από το ίδιο τους το σόι δεν θέλει να ανέβει στη σκηνή. Και όσο ψάχνουν, τόσο φαίνεται η γύμνια του σχεδίου. Γιατί αν δεν σε εμπιστεύεται το ίδιο σου το αίμα, τότε το κοινό δεν θα χειροκροτήσει ποτέ. Τελικά, η ερώτηση είναι απλή αλλά καίρια: γιατί δεν βάζετε μπροστά έναν δικό σας; Μήπως γιατί ξέρετε πολύ καλά πώς παίζεται το έργο και δεν θέλετε να κάψετε τα παιδιά σας; Αν ναι, τότε μην περιμένετε να πειστεί κανείς άλλος. Γιατί ο κόσμος μπορεί να κάνει ότι δεν βλέπει, αλλά στο τέλος καταλαβαίνει. Και γελάει πικρά. Άσε που το έδειξε ολα τα προηγούμενα χρόνια που εγιναν εκλογές και σας έστειλαν για τσάι.

ΟΤΑΝ ΞΥΠΝΗΣΟΥΝ ΤΟ ΤΡΕΝΟ ΘΑ ΕΧΕΙ ΦΥΓΕΙ.
Κι επειδή ξέρω πολύ καλά ότι όλα αυτά τα γνωρίζει ο ακατανόμαστος – αυτός που μας έκατσε στο σβέρκο– έχω να του πω μόνο ένα πράγμα: να μην φύγει από τον στόχο του. Ποιος είναι; Αυτός ξέρει πολύ καλά. Ο μισητός αντίπαλος, αυτός που φοβάται και τρέμει. Αυτός από τον οποίο θα χάσει σε τρία χρόνια Τον συμβουλεύω, λοιπόν, να κάνει όσο το δυνατόν περισσότερες εκδηλώσεις τα επόμενα τρία χρόνια. Θα του χρειαστούν. Αν και όπως εγραψα κι άλλη φορά, θα δούμε το ιδιο εργο για μια ακόμη φορά. Αυτόν που νιωθει ανίκητος να χάνει και τα λεφτά και την θέση. Γιατί ο αντίπαλος δεν κάθεται με σταυρωμένα χέρια. Ήδη έχει πιάσει τα μισά χωριά και χτίζει. Και δεν μιλάμε για λόγια του αέρα. Μιλάμε για σπίτια χτισμένα και επιπλωμένα. Κι όταν πάτε με το καλό, θα σας πουν: «Αργήσατε, θα τα πούμε μια άλλη φορά».Αν δεν με πιστεύετε, κάντε μια βόλτα και ρωτήστε.

ΡΩΤΗΣΤΕ ΝΑ ΜΑΘΕΤΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ, ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΤΟΥΣ ΚΟΛΛΗΤΟΥΣ ΣΑΣ
Όχι αυτούς που σας πουλάνε παραμύθι ότι όλα είναι τέλεια, αλλά τους ανθρώπους που βλέπουν καθημερινά τι γίνεται. Γιατί η πραγματικότητα δεν κρύβεται πίσω από δελτία τύπου και φωτογραφίες με χαμόγελα. Η πραγματικότητα φαίνεται στα χωριά, στα σπίτια, στις κινήσεις που γίνονται αθόρυβα αλλά στοχευμένα. Και για να σας βοηθήσω λίγο παραπάνω: ό,τι έχετε εγκαταλείψει στο έλεος του Θεού, αυτά ήταν τα πρώτα που έγιναν στόχος και πέρασαν απέναντι. Μιλάμε για κινήσεις έξυπνες, μελετημένες, στρατηγικές. Ενώ εσείς ακόμα ψάχνετε ποιον τραγουδιστή θα φέρετε στην επόμενη εκδήλωση, το τρένο έχει ήδη ξεκινήσει. Και μέχρι να πάρετε χαμπάρι τι γίνεται, θα έχει φτάσει στον επόμενο σταθμό. Η σάτιρα εδώ δεν χρειάζεται υπερβολές. Η ίδια η πραγματικότητα είναι πιο αστεία – και πιο πικρή – από κάθε αστείο. Γιατί όταν ο αντίπαλος χτίζει και εσύ διοργανώνεις εκδηλώσεις, το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο. Και το μόνο που μένει είναι να αναρωτηθείς: ποιος θα γελάσει τελευταίος;
Ο Αντιδήμαρχος
























































