Πραγματικά, σαν τον Γιδά δεν έχει πουθενά. Όλοι οι δήμοι, οι πόλεις, οι σύλλογοι έχουν βγάλει το χριστουγεννιάτικο πρόγραμμά τους με φανφάρες, αφίσες και social media. Ο Γιδάς όμως πήγε ένα βήμα παραπέρα: όχι μόνο το ανακοίνωσε, αλλά το κρέμασε και στις κολώνες. Για να το βλέπει ο κόσμος, να προετοιμάζεται, να ξέρει πότε να βγει να δει το δέντρο, πότε να ακούσει τα κάλαντα, πότε να φάει το μελομακάρονο.
Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα… Όταν πλησιάζεις την κολώνα για να διαβάσεις το πρόγραμμα, αυτή αποφασίζει να σου έρθει στο κεφάλι. Σαν να λέει: «Δεν χρειάζεται να ξέρεις, θα το μάθεις όταν έρθει η ώρα». Έτσι, ο πολίτης του Γιδά ζει μια μοναδική εμπειρία: ενημέρωση με ρίσκο. Σαν extreme sport, αλλά με γιορτινά λαμπάκια.
Και κάπως έτσι, το χριστουγεννιάτικο πρόγραμμα του Γιδά δεν είναι απλώς μια λίστα εκδηλώσεων. Είναι δοκιμασία αντοχής, είναι τεστ αντανακλαστικών, είναι η απόλυτη χριστουγεννιάτικη περιπέτεια. Γιατί, όπως λέει και η παράδοση, «Χριστούγεννα χωρίς κολώνα στο κεφάλι δεν είναι Χριστούγεννα».
Στον Γιδά λοιπόν, δεν πας απλώς σε εκδήλωση. Παίρνεις μέρος σε αγώνα επιβίωσης. Και αυτό, αγαπητοί αναγνώστες, είναι που κάνει τον Γιδά να ξεχωρίζει.

ΘΑ ΣΤΗΘΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΩΙ ΚΑΙ ΘΑ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΠΟΤΕ ΘΑ ΑΝΑΨΕΙ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ
Στον Γιδά η ενημέρωση είναι εμπειρία μοναδική. Λέμε «μπαζάρ στο Πνευματικό Κέντρο» αλλά… ποια ώρα; Άγνωστο. Λέμε «ανάβουμε το δέντρο» αλλά… πότε ακριβώς; Μυστήριο. Και όλες οι εκδηλώσεις στο ίδιο μοτίβο: «Την τάδε μέρα» αλλά χωρίς ρολόι. Σαν να παίζεις κρυφτό με τον χρόνο.
Έτσι, φίλε αναγνώστη, αν θες να παρακολουθήσεις το χριστουγεννιάτικο πρόγραμμα στον Γιδά, πρέπει να στηθείς από το πρωί. Να πάρεις θερμός με καφέ, να βάλεις καρέκλα και κουβέρτα, γιατί κάποια στιγμή θα πετύχεις την εκδήλωση. Μπορεί να είναι μεσημέρι, μπορεί απόγευμα, μπορεί και νύχτα. Σαν το λεωφορείο που δεν ξέρεις πότε θα περάσει, αλλά σίγουρα θα περάσει.
Το πρόγραμμα λοιπόν δεν είναι απλή λίστα εκδηλώσεων. Είναι δοκιμασία υπομονής, είναι μάθημα φιλοσοφίας: «Όποιος περιμένει, βρίσκει». Και κάπως έτσι, ο Γιδάς καταφέρνει να κάνει τις γιορτές πιο συναρπαστικές. Γιατί αλλού ξέρεις την ώρα και πας. Εδώ δεν ξέρεις τίποτα και ζεις την περιπέτεια.
Άρα στον Γιδά δεν πας για να δεις εκδήλωση. Πας για να δεις αν θα τη βρεις.

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ ΜΗΝΑ ΚΑΙ ΠΛΗΡΩΝΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΚΟΥΝΟΥΠΙΩΝ
Και μην τολμήσει κανείς να πει ότι «έχουμε συνηθίσει» εδώ όλα να γίνονται στο ίδιο στυλ και χωρίς πρόγραμμα. Γιατί στον Γιδά η πρωτοτυπία πάει σύννεφο. Άλλοι δήμοι ανακοινώνουν εκδηλώσεις με ώρες, λεπτομέρειες και αφίσες. Εδώ, εμείς κρατάμε το μυστήριο ζωντανό: ξέρεις τη μέρα, αλλά όχι την ώρα. Σαν να παίζεις λαχείο – μπορεί να πετύχεις το άναμμα του δέντρου, μπορεί να πετύχεις το μπαζάρ, μπορεί και τίποτα.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, έρχεται το κερασάκι στην τούρτα: κονδύλι Δεκέμβριο μήνα για την καταπολέμηση των κουνουπιών. Ναι, καλά διαβάσατε. Ενώ άλλοι δήμοι ψάχνουν τρόπους να ζεστάνουν τους δημότες τους, εμείς πολεμάμε τα κουνούπια μέσα στο καταχείμωνο. Πείτε μου, σε ποιον άλλο δήμο υπάρχει τέτοια οργάνωση; Εδώ δεν μιλάμε απλώς για διοίκηση, μιλάμε για στρατηγική επιπέδου ΝΑΤΟ.
Απορώ ειλικρινά πού βρίσκουν τα κουνούπια αυτή την εποχή. Κρυμμένα κάτω από τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια; Στις κολώνες μαζί με τα προγράμματα εκδηλώσεων; Κι όμως, εμείς δεν αφήνουμε τίποτα στην τύχη. Τα καταπολεμούμε κι αυτά, για να είμαστε σίγουροι.
Επομένως εδώ δεν ξέρεις πότε θα γίνει η εκδήλωση, αλλά ξέρεις σίγουρα ότι τα κουνούπια δεν θα σε ενοχλήσουν. Τώρα τον Δεκέμβριο. Γιατί αν πιάσει καλοκαίρι βρείτε τρύπα να κρυφτείτε. Γιατί εδώ η φαντασία συναντά την «οργάνωση» και το αποτέλεσμα είναι πάντα… αξέχαστο.

ΑΦΟΥ ΔΕΝ ΑΦΗΣΑΝ ΤΟ ΑΠΟΤΕΦΡΩΤΗΡΙΟ ΝΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΕΙ ΤΩΡΑ ΘΑ ΚΡΑΤΗΣΟΥΝ ΑΝΟΙΧΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΛΤΑ
Αμ το άλλο που το πας; Με το σθένος που έδειξαν ο «ακατανόμαστος» και οι παρατρεχάμενοι, έστειλαν στον αδιάβαστο το αποτεφρωτήριο. Σειρά τώρα πήραν τα ΕΛΤΑ. «Δεν συμφωνούμε με το κλείσιμο» λένε. Μόνο που, μεγάλε, στην θητεία σου έχουν κλείσει εφορία, ειρηνοδικείο, κτηματολόγιο και τώρα τα ΕΛΤΑ. Δηλαδή, αν συνεχιστεί έτσι, θα μείνει ανοιχτό μόνο το περίπτερο που δεν υπάρχει.
Η ειρωνεία είναι πως όσο κατάφερες να μην αφήσεις το αποτεφρωτήριο να λειτουργήσει, άλλο τόσο θα κρατήσεις ανοιχτά και τα ΕΛΤΑ. Γιατί εδώ δεν μιλάμε για διοίκηση, μιλάμε για «μαγικό ρεαλισμό». Σαν να ζούμε σε μυθιστόρημα όπου οι υπηρεσίες εξαφανίζονται μία-μία, αλλά οι ανακοινώσεις παραμένουν γεμάτες αποφασιστικότητα και «σθένος».
Και ο πολίτης; Ο πολίτης μένει να αναρωτιέται: πού θα πάει να στείλει το γράμμα του στον Άγιο Βασίλη; Πού θα πληρώσει τον λογαριασμό του; Μάλλον θα πρέπει να το αφήσει στην κολώνα μαζί με το χριστουγεννιάτικο πρόγραμμα, μπας και το βρει κανείς.
Επομένως δεν χρειάζεται να ανησυχείς για το μέλλον των υπηρεσιών. Το μέλλον είναι ήδη προδιαγεγραμμένο: κλείνουν όλα, αλλά οι δηλώσεις μένουν. Γιατί εδώ η πολιτική δεν είναι πράξη· είναι παράσταση

ΝΑ ΜΑΣ ΕΞΗΓΗΣΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΤΟΝ ΑΦΗΝΟΥΝ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΙ.
Πάντως δεν έχουμε παράπονο. Τα «αδύνατα δυνατά» γίνονται εδώ για να μας κάνουν γνωστούς στο πανελλήνιο. Στο Συνήγορο του Πολίτη κατέφυγε ο Θέμης, μπας και καταφέρει να πει μια απλή «καλησπέρα» στο δημοτικό συμβούλιο. Γιατί ούτε αυτό δεν τον αφήνουν. Σαν να υπάρχει ειδική διάταξη: «Ο Θέμης δεν μιλάει».
Και δεν είναι ότι θα γινόταν κάτι φοβερό αν μιλούσε. Δεν θα άλλαζε η ροή της ιστορίας, ούτε θα έπεφταν οι τοίχοι του δημαρχείου. Αλλά το ξαναλέω: γιατί δεν τον αφήνουν να μιλήσει; Τι έχει να πει που δεν πρέπει να μαθευτεί; Μήπως κρύβει κάποιο μυστικό για το πρόγραμμα των εκδηλώσεων που δεν έχουν ώρες; Μήπως ξέρει πού πήγαν τα κουνούπια του Δεκέμβρη;
Η εικόνα είναι σουρεαλιστική: ένας άνθρωπος να ζητάει τον λόγο και να τον στέλνουν στον Συνήγορο του Πολίτη για να κατοχυρώσει το δικαίωμα να πει «καλησπέρα». Αν αυτό δεν είναι διαφήμιση για τον Γιδά, τότε τι είναι; Στην τελική, άλλοι δήμοι γίνονται γνωστοί για τα φεστιβάλ τους, εμείς για το ποιος δεν μιλάει στο συμβούλιο.
Επομένως δεν χρειάζεται να μιλήσεις για να ακουστείς. Αρκεί να σε φιμώσουν, και τότε σε μαθαίνει όλη η Ελλάδα.

ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΠΑΕΙ ΠΡΩΤΟΣ ΔΕΝ ΠΕΡΑΣΕ ΚΑΝ ΑΠ΄ ΕΞΩ
Να πω κι άλλο παράδοξο; Τιγκάρει η δημοτική αίθουσα από αγρότες. Ανθρώπους που έχουν φτάσει στα όριά τους, που κουβαλούν στις πλάτες τους το κύριο επάγγελμα της περιοχής. Γιατί αν δεν περπατήσει η αγροτιά, θα κλαίνε με μαύρο δάκρυ όλοι οι υπόλοιποι. Κι όμως, μαντέψτε ποιος δεν ήταν εκεί… Ναι, αυτός που δηλώνει επάγγελμα «αγρότης».
Η εικόνα είναι σχεδόν κινηματογραφική: οι αγρότες να φωνάζουν, να ζητούν λύσεις, να περιμένουν στήριξη, κι ο «αγρότης» να λάμπει διά της απουσίας του. Σαν να λέει: «Εγώ είμαι αγρότης μόνο στα χαρτιά». Γιατί όταν έρχεται η ώρα να σταθεί δίπλα στους ανθρώπους του μόχθου, εξαφανίζεται.
Κι όμως, αν είναι να έρθει κανένας βουλευτής για να μιλήσει στους αγρότες, τότε οι φωτογραφίες πάνε σύννεφο. Εκεί, η τσάκα στο παντελόνι μπορεί να γίνει πληγή αν σε ακουμπήσει. Τόση προσήλωση, τόση διάθεση για το φακό. Γιατί άλλο να ιδρώνεις στο χωράφι κι άλλο να χαμογελάς στην κάμερα.
Στον Γιδά οι αγρότες γεμίζουν αίθουσες, αλλά ο «αγρότης» γεμίζει μόνο άλμπουμ φωτογραφιών. Και κάπως έτσι, η πραγματικότητα γίνεται παράδοξο: οι άνθρωποι του μόχθου ψάχνουν στήριξη, κι εκείνος ψάχνει το επόμενο καλό πλάνο.

ΑΛΛΟ ΕΡΓΟ ΑΠΟ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ Ο ΤΟΠΟΣ
Και μέσα σε όλα, έχουμε και την γκαντεμιά. Όταν ο «ακατανόμαστος» αποφασίζει να πάει Θεσσαλονίκη, πάντα διαλέγει την Εγνατία. Γιατί αν έπαιρνε τον παλιό δρόμο, θα έβλεπε με τα ίδια του τα μάτια τη γέφυρα στον Λουδία. Εκεί όπου οι τρύπες έχουν γίνει τόσο μεγάλες που, καθώς περνάς, βλέπεις από κάτω το ποτάμι να σε χαιρετάει. Σαν να σου λέει: «Έλα, μια βουτιά ακόμα και τελειώσαμε».
Κι αντί να πει σαν δήμαρχος «Κόψτε τις μαλακίες και φτιάξτε τη γέφυρα, αφήστε την αποστράγγιση για αργότερα γιατί θα θρηνήσουμε ανθρώπους», εκείνοι βγαίνουν φωτογραφίες. Σαν να είναι η γέφυρα αξιοθέατο. Σαν να λένε: «Κοιτάξτε τι ωραία τρύπα έχουμε».
Η κατάσταση είναι τραγική αλλά και κωμικοτραγική. Γιατί δεν μιλάμε για μικροπρόβλημα. Μιλάμε για δρόμο που τον περνούν καθημερινά αγρότες, εργαζόμενοι, οικογένειες. Και κάθε φορά που περνούν, παίζουν κορώνα-γράμματα με την τύχη τους. Αν θα περάσουν ή αν θα βρεθούν στο ποτάμι.
Αλλά εδώ, η προτεραιότητα είναι αλλού. Να βγουν οι φωτογραφίες, να γίνουν οι δηλώσεις, να φανεί ότι «κάτι γίνεται». Μόνο που το «κάτι» είναι πάντα λάθος.
Οπότε δεν χρειάζεται να ανησυχείς για τις τρύπες στη γέφυρα. Αρκεί να ξέρεις ότι θα τις δεις πρώτα σε φωτογραφία. Γιατί εδώ η πραγματικότητα δεν διορθώνεται· απλώς ποζάρει.

ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΑΝΑΒΟΥΝ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΚΑΛΟΥΝ ΕΠΙΣΗΜΟΥΣ
Ξεκινάνε λοιπόν και τα Χριστούγεννα στο Γιδά. Δεν πειράζει που δεν ξέρουμε τι ώρα θα ανάψει το δέντρο. Σημασία έχει να πέσουν δέκα λεπτά βεγγαλικά, να βγουν οι φωτογραφίες και να γεμίσουν τα προφίλ με «γιορτινή λάμψη». Γιατί εδώ το πρόγραμμα δεν είναι για τον κόσμο, είναι για το φακό.
Αλλά πριν φτάσουμε στην πόλη, καλό είναι να κοιτάξουν οι άρχοντες του τόπου τι γίνεται στα χωριά. Εκεί ξεκίνησαν ήδη να ανάβουν τα δέντρα. Μόνο που οι πρόεδροι δεν καλούν κανέναν από τη δημοτική αρχή. Μήπως ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι η τοπική κοινωνία προτιμά να γιορτάσει μόνη της, χωρίς «επισήμους» που έρχονται μόνο για να ποζάρουν. Σημαίνει ότι η εμπιστοσύνη έχει χαθεί και ότι οι κάτοικοι δεν θέλουν άλλο να βλέπουν χαμόγελα μπροστά στην κάμερα και αδιαφορία πίσω από αυτήν.
Η εικόνα είναι ξεκάθαρη: στα χωριά οι άνθρωποι ανάβουν τα δέντρα με μεράκι, με παιδιά, με τραγούδια. Στην πόλη, περιμένουμε το «μεγάλο γεγονός» χωρίς να ξέρουμε καν την ώρα. Και στο τέλος, όλα καταλήγουν σε βεγγαλικά και φωτογραφίες.
Όταν οι πρόεδροι δεν καλούν, δεν είναι τυχαίο. Είναι μήνυμα. Μήνυμα ότι η κοινωνία θέλει έργα, όχι φωτογραφίες. Θέλει παρουσία, όχι απουσία. Και όσο οι άρχοντες δεν το καταλαβαίνουν, τόσο τα δέντρα θα ανάβουν χωρίς αυτούς.

ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΠΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΤΑ ΠΑΙΡΝΟΥΝ;
Θα μου πεις ποιον να καλέσουν; Αυτούς που έχουν αφήσει όλα τα χωριά παρατημένα; Που κανένας πρόεδρος δεν πατάει το πόδι του στα δημοτικά συμβούλια γιατί ξέρει ότι δεν θα βρει άκρη; Που βάζουν λεφτά από την τσέπη τους για να διορθώσουν τα στραβά, να αλλάξουν μια λάμπα, να φτιάξουν μια βρύση, να μαζέψουν τα σκουπίδια; Αυτούς να καλέσουν;
Και μιας και είπα για λεφτά… Στον ισολογισμό κάθε μήνα φαίνεται ότι κάθε κοινότητα δικαιούται 2.000€. Μόνο που δεν τα παίρνουν ποτέ. Για ποιο λόγο; Γιατί έτσι. Γιατί κάπου χάνεται το κονδύλι, κάπου εξαφανίζεται η «πρόβλεψη». Κι αν κάνεις μια απλή μαθηματική πράξη: 25 κοινότητες επί 2.000 = 50.000 το μήνα. Επί 12 μήνες = 600.000€ το χρόνο. Εξακόσιες χιλιάδες που θα μπορούσαν να στηρίξουν τα χωριά, να φτιάξουν δρόμους, να ανάψουν φώτα, να δώσουν ανάσα.
Αντί γι’ αυτό, χρωστάμε στη ΔΕΗ 1,5 εκατομμύριο. Και η δικαιολογία; «Έχουμε πόλεμο στην Ουκρανία». Αλλού ρε! Εδώ έχουμε πόλεμο με την καθημερινότητα, με τις λακκούβες, με τα σκοτάδια, με την αδιαφορία. Ο κόσμος δεν ζητάει θαύματα, ζητάει τα αυτονόητα.
Στον Γιδά δεν λείπουν τα λεφτά. Λείπει η βούληση. Και όσο οι άρχοντες παίζουν με δικαιολογίες, οι πρόεδροι θα συνεχίσουν να βάζουν από την τσέπη τους. Γιατί αλλιώς, τα χωριά θα μείνουν μόνο με τις τρύπες και τα χρέη.
Ο Αντιδήμαρχος
























































