Αν δεν μας τρελάνει αυτός, δεν θα μας τρελάνει κανένας. Ο ανεκδιήγητος ανέβηκε πάλι στο βήμα, με το γνωστό ύφος του ανθρώπου που πιστεύει ότι η πραγματικότητα είναι απλώς μια ενοχλητική λεπτομέρεια. Γιατί, όπως είπε και ο ίδιος με το θράσος που τον χαρακτηρίζει, «φροντίζουμε για το αύριο της πόλης, για τα νέα παιδιά». Μόνο που το αύριο, αν κρίνουμε από το σήμερα, μάλλον θα χρειαστεί ψυχολογική υποστήριξη.

Η σκηνή θύμιζε θεατρική παράσταση: Με το βλέμμα στραμμένο στο άπειρο, σαν να απευθύνεται σε κοινό που δεν έχει ζήσει ποτέ σε αυτή την πόλη. Μίλησε για «πράσινες γειτονιές», ενώ οι κάδοι ξεχειλίζουν. Αναφέρθηκε σε «ευκαιρίες για τους νέους», την ώρα που οι νέοι φεύγουν μαζικά στο εξωτερικό. Και φυσικά, δεν παρέλειψε να τονίσει ότι «η δημοτική αρχή στέκεται δίπλα στον πολίτη» – δίπλα, αλλά σε απόσταση ασφαλείας, μην τυχόν και ακούσει τα προβλήματα.

Είναι αυτό που λένε: αν η πραγματικότητα δεν συμφωνεί μαζί μας, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα. Ο λόγος του  είναι μια μόνιμη άσκηση ακροβατικής λογικής, όπου οι λέξεις χορεύουν πάνω σε κενό περιεχόμενο. Και εμείς, θεατές σε αυτό το θέατρο του παραλόγου, αναρωτιόμαστε: μήπως τελικά το μέλλον της πόλης είναι να ζει αιώνια μέσα σε υποσχέσεις που δεν υλοποιούνται;

Ένα είναι σίγουρο: ο άνθρωπος αυτός έχει αναγάγει την τέχνη του «να μιλάς χωρίς να λες τίποτα» σε υψηλή πολιτική. Και όσο συνεχίζει, η στήλη «Αντιδήμαρχος» θα έχει πάντα υλικό – γιατί η πραγματικότητα μπορεί να είναι σκληρή, αλλά η φαντασία του είναι αστείρευτη.

Πολύ ωραίο το μέλλον που τάζει στα παιδιά.

Το βράδυ  ανέβηκε στο βήμα με στόμφο και αυτοπεποίθηση. Μίλησε για το «αύριο της πόλης», για «ευκαιρίες στα νέα παιδιά», για «υποδομές που αντέχουν». Ένα λόγος γεμάτος υποσχέσεις, σαν να ζούμε σε μια πόλη-πρότυπο. Μόνο που το πρωί, η πραγματικότητα είχε κάνει την εμφάνισή της και τον διέψευσε με τον πιο καυστικό τρόπο.

Τα παιδιά πήγαν να παίξουν βόλεϊ στο κλειστό γυμναστήριο. Μόνο που αντί για βόλεϊ, θα έπαιζαν… πόλο. Τόσο νερό είχε μαζευτεί μέσα, που οι μπάλες έπλεαν σαν σωσίβια. Και το πιο ειρωνικό; Έξω από το «κλειστό» είχε λιγότερο νερό απ’ ό,τι μέσα. Αν αυτό είναι «φροντίδα για το αύριο», τότε μάλλον μιλάμε για το αύριο της υδρογυμναστικής.

Η πραγματικότητα Νο 1, λοιπόν, είναι εντελώς διαφορετική από αυτή που θέλει να μας παρουσιάσει. Εκείνος βλέπει μια πόλη που προχωράει, εμείς βλέπουμε μια πόλη που βουλιάζει. Εκείνος μιλάει για ανάπτυξη, εμείς βλέπουμε γήπεδα που μετατρέπονται σε πισίνες. Εκείνος υπόσχεται μέλλον, εμείς ζούμε παρόν γεμάτο μούχλα και νερά.

Αν καποιος έχει σκοπό να καταγράφει το χάσμα ανάμεσα στα λόγια και τα έργα, τότε το επεισόδιο με το γήπεδο-πισίνα είναι το πιο χαρακτηριστικό. Γιατί η πραγματικότητα δεν είναι αυτή που περιγράφει ο ίδιος· είναι αυτή που μας βρέχει κάθε μέρα. Και όσο συνεχίζει να μιλάει, εμείς θα συνεχίζουμε να γελάμε – πικρά, αλλά καυστικά.

Ούτε τα παιδιά ούτε τους παράγοντες υπολογίζει.

Η πιο απλή ερώτηση είναι και η πιο δύσκολη: ήξερε άραγε, την ώρα που έλεγε τα μεγάλα λόγια στο ακροατήριο, ότι μπροστά του κάθονταν παιδιά που το πρωί πήγαν στο γήπεδο και έφυγαν με σκυμμένο κεφάλι; Ήξερε ότι οι μπάλες του βόλεϊ δεν χτυπούσαν στο φιλέ αλλά επέπλεαν στο νερό, γιατί το «κλειστό» είχε μετατραπεί σε πισίνα; Ή μήπως η πραγματικότητα είναι απλώς μια ενοχλητική λεπτομέρεια που χαλάει το σενάριο της ομιλίας του;

Και οι παράγοντες της ομάδας; Αυτοί που βάζουν χρήματα από την τσέπη τους, που προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανό το άθλημα; Όχι μόνο τα χάνουν, αλλά γίνονται και ρεζίλι, βλέποντας τις εγκαταστάσεις να καταρρέουν και την πόλη να τους εκθέτει. Αλλά σιγά να μην τον ενδιαφέρει. Γιατί  έχει βρει το τέλειο καταφύγιο: τις λέξεις. Όσο η πραγματικότητα βουλιάζει, εκείνος ανεβαίνει στο βήμα και μιλάει για «φροντίδα του αύριο».

Η σάτιρα εδώ γράφεται μόνη της: παιδιά που αντί για βόλεϊ κάνουν πόλο, γήπεδα που αντί για άθληση προσφέρουν υδροθεραπεία, και παράγοντες που αντί για στήριξη παίρνουν χλεύη. Η πόλη ζει σε δύο παράλληλους κόσμους: στον κόσμο των λόγων  και στον κόσμο της καθημερινότητας. Και όσο εκείνος συνεχίζει να μιλάει, εμείς θα συνεχίζουμε να ρωτάμε την πιο απλή ερώτηση: ξέρει άραγε τι συμβαίνει γύρω του ή απλώς δεν τον νοιάζει;

 Η πραγματικότητα έξω από το γραφείο

Όταν έχεις δίπλα σου ανθρώπους που φοβούνται να μιλήσουν για να μη χάσουν τον μισθό τους, μοιραία τα αποτελέσματα είναι αυτά που βλέπουμε καθημερινά. Μια πόλη που βουλιάζει, κι ένας άνθρωπος που νομίζει ότι κολυμπάει σε θάλασσα επιτυχιών. Η πραγματικότητα, όμως, δεν έχει καμία σχέση με τα φαντασιακά σενάρια που πλάθουν όσοι δεν βγαίνουν ποτέ από το γραφείο τους.

Εκεί μέσα, πίσω από τις κλειστές πόρτες, η πόλη μοιάζει να λειτουργεί τέλεια. Οι δρόμοι είναι καθαροί, τα γήπεδα στεγνά, οι πολίτες ευτυχισμένοι. Μόνο που έξω, στην πραγματική ζωή, οι δρόμοι θυμίζουν εργοτάξιο χωρίς εργάτες, τα γήπεδα μετατρέπονται σε πισίνες με κάθε βροχή, και οι πολίτες ψάχνουν απεγνωσμένα μια φωνή που να τους ακούσει.

Η σάτιρα γράφεται μόνη της: αυτός μιλάει για «όραμα» ενώ το μόνο που βλέπει είναι το ταβάνι του γραφείου του. Οι συνεργάτες του σιωπούν, όχι γιατί συμφωνούν, αλλά γιατί φοβούνται. Και έτσι, η πόλη συνεχίζει να βυθίζεται σε μια πραγματικότητα που δεν ταιριάζει με τις φαντασιώσεις της εξουσίας.

Δεν χρειάζεται κάποιος να ψάξει για υλικό. Το υλικό είναι μπροστά μας: μια διοίκηση που ζει σε παράλληλο σύμπαν και μια κοινωνία που πληρώνει το τίμημα. Γιατί όσο οι λέξεις παραμένουν μεγάλες και οι πράξεις μικρές, η πραγματικότητα θα είναι πάντα η πιο σκληρή σάτιρα.

Τα απλά μαθηματικά της εξουσίας

Και θα σας πω γιατί κανείς δεν τολμά να του πει την πραγματικότητα. Γιατί ξέρουν πολύ καλά πως στις επόμενες εκλογές θα πάνε στα σπίτια τους. Τα πράγματα είναι απλά μαθηματικά: όταν στις κανονικές εκλογές παίρνεις 400 ψήφους και όχι στις «μούφα» εκλογές που ήσουν μόνος και πήρες 1000, τι σημαίνει; Σημαίνει ότι δεν βγαίνεις. Σημαίνει ότι κάθεσαι σπίτι σου και βλέπεις άλλους να διοικούν. Αυτή είναι η πραγματικότητα, όσο κι αν προσπαθούν να την κρύψουν πίσω από μεγάλα λόγια και φανταχτερές υποσχέσεις.

Κι όμως, γύρω του επικρατεί σιωπή. Γιατί να μιλήσουν; Σου λέει: τρία χρονάκια έμειναν, κάτσε στην άκρη, μη μιλάς, μην ταράξεις τα νερά. Γιατί να χάσουν τα μπερεκέτια; Καλύτερα να κάνουν πως δεν βλέπουν, να χαμογελούν στις ομιλίες και να χειροκροτούν, μπας και κρατήσουν τη θέση τους λίγο παραπάνω.

Η σάτιρα εδώ δεν χρειάζεται υπερβολές. Η ίδια η πραγματικότητα είναι το ανέκδοτο: κάποιος μιλάει για «όραμα» ενώ οι αριθμοί δείχνουν το αντίθετο. Ένας κύκλος συνεργατών που σιωπά, όχι από πίστη, αλλά από φόβο. Και μια πόλη που παρακολουθεί το θέατρο του παραλόγου, ξέροντας ότι στο τέλος η αριθμητική θα τους στείλει όλους σπίτι.

Γιατί όσο κι αν προσπαθούν να φτιάξουν μια εικονική πραγματικότητα, οι ψήφοι δεν είναι εικονικοί. Είναι απλά μαθηματικά. Και τα μαθηματικά, σε αντίθεση με τα λόγια, δεν λένε ποτέ ψέματα.

Η λούμπα της εβδομάδας

Τα λάθη, όπως πάντα, ξεκίνησαν από την αρχή της εβδομάδας. Αφού γύρισε από τη βόλτα του στην Αθήνα, διάβασε τον Αντιδήμαρχο και αποφάσισε ότι έπρεπε να κάνει κάτι για να βγει από πάνω. Μόνο που όταν λειτουργείς με βάση το τι θέλουν οι άλλοι – και όχι με βάση την πραγματικότητα – είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα πέσεις στη λούμπα.

Και έπεσε με θόρυβο. Γιατί η προσπάθεια να δείξει ότι «κρατάει τα ηνία» κατέληξε σε ένα θέατρο παραλόγου. Αντί να διορθώσει τα προβλήματα, έστησε μια παράσταση για να πείσει ότι όλα πάνε καλά. Μίλησε για «έργα που προχωρούν», ενώ οι πολίτες βλέπουν έργα που βαλτώνουν. Αναφέρθηκε σε «νέες ευκαιρίες», την ώρα που οι ευκαιρίες χάνονται μέσα σε νερά και λάσπες.

Η σάτιρα γράφεται μόνη της: ένας άνθρωπος που νομίζει ότι μπορεί να κερδίσει πόντους με επικοινωνιακά τρικ, ενώ η πραγματικότητα τον εκθέτει καθημερινά. Γιατί όταν η βάση σου είναι το «τι θα πει ο άλλος» και όχι το «τι συμβαίνει γύρω σου», τότε η κατάληξη είναι πάντα η ίδια: γελοιοποίηση.

Η πόλη δεν χρειάζεται παραστάσεις, χρειάζεται λύσεις. Αλλά όσο εκείνος συνεχίζει να παίζει τον ρόλο του «σωτήρα», εμείς θα συνεχίζουμε να καταγράφουμε τα επεισόδια της λούμπας. Και η εβδομάδα μόλις ξεκίνησε…

Ο αγρότης της επικοινωνίας

Πήγε, λέει, να δείξει επικοινωνιακά ότι είναι κοντά στους αγρότες. Έκανε την ηρωική του πορεία, περπάτησε καμιά πεντακόσια μέτρα μαζί τους μέχρι την αστυνομία, και εκεί σταμάτησε η «αγωνιστική» διάθεση. Γιατί μετά ήρθε το αυτοκίνητο να τον γυρίσει πίσω, μην κουραστεί ο άνθρωπος. Έτσι είναι: η αλληλεγγύη έχει όρια, ειδικά όταν αρχίζει να πονάει το πόδι.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, πήγε και στο μπλόκο. Για να εδραιώσει, λέει, ότι είναι κι αυτός αγρότης, ότι είναι στο πλευρό τους. Μόνο που η εικόνα θύμιζε περισσότερο θεατρική παράσταση παρά πραγματική συμπαράσταση. Κάποιος που παριστάνει τον αγρότη, χωρίς να έχει πιάσει ποτέ τσάπα, χωρίς να έχει ιδρώσει στο χωράφι, αλλά με άνεση να φωτογραφηθεί δίπλα σε τρακτέρ.

Η σάτιρα γράφεται μόνη της: περπάτησε όσο άντεξε, γύρισε με αυτοκίνητο, και μετά φόρεσε το «κοστούμι του αγρότη» για να δείξει ότι είναι στο πλευρό τους. Η πραγματικότητα, όμως, είναι ότι οι αγρότες μένουν εκεί, στο κρύο, στα χωράφια, στα μπλόκα. Εκείνος μένει στις φωτογραφίες και στις δηλώσεις.

Ο Αντιδήμαρχος καταγράφει άλλη μια επικοινωνιακή φιγούρα: έναν άνθρωπο που νομίζει ότι με μισό χιλιόμετρο περπάτημα και μια επίσκεψη στο μπλόκο μπορεί να πείσει ότι είναι «ένας από αυτούς». Μόνο που η πραγματικότητα δεν πείθεται τόσο εύκολα.

Ο «κυβερνητικός» της γειτονιάς

Και το χειρότερο για εκείνον ποιο είναι; Ότι το παίζει κυβερνητικός. Ή μάλλον, για να μην του φάμε το δίκιο, είναι – αλλά δυστυχώς για αυτόν όλα μαθαίνονται στην Αθήνα. Γιατί του αρέσει να βρωμάει δεξιά κι αριστερά ότι στις επόμενες εκλογές θα βάλει για βουλευτής. Μόνο που, όπως λέει ο λαός, έβαλε τα χεράκια του κι έβγαλε τα ματάκια του.

Μόλις είδαν στην Αθήνα τις κινήσεις του, το πρώτο που ρώτησαν ήταν: «Είναι σίγουρα δικός μας αυτός;» Γιατί άλλο να παριστάνεις τον κυβερνητικό στην τοπική κοινωνία κι άλλο να σε παρακολουθούν από κοντά εκείνοι που αποφασίζουν. Και τότε η εικόνα του «μελλοντικού βουλευτή» καταρρέει σαν χάρτινος πύργος.

Η πραγματικότητα είναι απλή: για το τοπικό μιλάμε. Για βουλευτής και τέτοια τα ξέρει μόνο ο ίδιος – άντε κι εκείνοι που κάθονται στο γραφείο του και φοβούνται να του μιλήσουν μήπως χάσουν τη θέση τους. Έτσι δημιουργείται ένα μικρό βασίλειο σιωπής, όπου όλοι κάνουν πως συμφωνούν, ενώ στην πραγματικότητα περιμένουν απλώς να περάσει η θητεία.

Η σάτιρα εδώ δεν χρειάζεται υπερβολές. Αυτός που νομίζει ότι με λίγα βήματα και μερικές δηλώσεις μπορεί να χτίσει πολιτική καριέρα. Μόνο που στην Αθήνα δεν τρώνε κουτόχορτο. Και όσο εκείνος συνεχίζει να παριστάνει τον «κυβερνητικό», εμείς θα συνεχίζουμε να καταγράφουμε την πτώση του – γιατί η πραγματικότητα, σε αντίθεση με τα όνειρα, δεν κρύβεται.

Ο κανονισμός που δεν ήρθε ποτέ

Στα καπάκια, στο δημοτικό συμβούλιο, τους ξεσκέπασε ο Σαμαράς. Γιατί ξέρεις τι είναι να είσαι δώδεκα χρόνια στα πράγματα και να μην έχεις ενδιαφερθεί ποτέ να κάνεις κανονισμό για το γήπεδο; Να είναι το γήπεδο«μπάτε σκύλοι αλέστε και αλεστικά μη δίνετε». Από το 2012 δεν υπάρχει κανονισμός. Δώδεκα χρόνια διοίκηση. Δώδεκα χρόνια ασυδοσίας, όπου το γήπεδο λειτουργεί σαν ξέφραγο αμπέλι. Αυτά είναι τα ωραία του Γιδά.

Και είναι τυχεροί που ο Σαμαράς είναι μαζί τους και δεν είπε κι άλλα, γιατί θα γινόταν μεγάλο πανηγύρι. Γιατί αν άνοιγε κι άλλο το στόμα του, θα έβγαιναν στη φόρα πράγματα που θα έκαναν το συμβούλιο να μοιάζει με τσίρκο. Αλλά ακόμα κι έτσι, η αποκάλυψη ήταν αρκετή για να δείξει πόσο κενό είναι το αφήγημα της δημοτικής αρχής.

Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι η διοίκηση. Είναι η αντιπολίτευση. Δύο χρόνια τώρα, ακίνητα στρατιωτάκια. Σαν να έχουν βάλει ρίζες στις καρέκλες τους. Καμία αντίδραση, καμία πίεση, καμία φωνή. Σαν να περιμένουν απλώς να περάσει ο χρόνος. Και έτσι, η πόλη μένει με ένα γήπεδο χωρίς κανονισμό, με μια διοίκηση που παριστάνει ότι όλα πάνε καλά, και με μια αντιπολίτευση που παριστάνει ότι δεν βλέπει.

Η ίδια η πραγματικότητα είναι το ανέκδοτο: δώδεκα χρόνια χωρίς κανονισμό, και όλοι κάνουν πως δεν τρέχει τίποτα.

 

Η παγίδα της Βέροιας

Φαίνεται πως κάποιοι νομίζουν ότι έξω από τον Γιδά βγαίνουν μόνο αυτοί. Όλοι οι υπόλοιποι, λέει, δεν πάμε πουθενά. Σαν να ζούμε σε μια πόλη-νησί, αποκομμένη από τον κόσμο, όπου η εξουσία πιστεύει ότι αρκεί να κάνει βόλτες γύρω από το δημαρχείο για να δείξει έργο. Εμείς, βέβαια, δεν χαλάμε χατίρι σε κανέναν. Αλλά αν θέλει να δει την πραγματικότητα, ας πάει μια βόλτα μέχρι τη Βέροια.

Εκεί, μαζί με την Έδεσσα και τη Νάουσα, ετοιμάζουν πρόγραμμα για τα επόμενα δέκα χρόνια. Σε συνεργασία μεταξύ τους, με σχέδιο, με προοπτική. Και στην τελευταία σύσκεψη της Τετάρτης, κάποιος τόλμησε να ρωτήσει – από περιέργεια – πού είναι η Αλεξάνδρεια. Το αποτέλεσμα; Οι πολυέλαιοι μέσα στο δημαρχείο της Βέροιας κόντεψαν να πέσουν από τα γέλια. Γιατί η απουσία ήταν τόσο κραυγαλέα, που έγινε ανέκδοτο.

Η σάτιρα εδώ γράφεται μόνη της: μια πόλη που νομίζει ότι είναι το κέντρο του κόσμου, ενώ οι άλλοι σχεδιάζουν το μέλλον χωρίς να την υπολογίζουν. Ένας άνθρωπος που πιστεύει ότι «ελέγχει το παιχνίδι», ενώ στην πραγματικότητα το παιχνίδι παίζεται αλλού. Και μια κοινωνία που βλέπει πως η Αλεξάνδρεια μένει εκτός, όχι επειδή δεν μπορεί, αλλά επειδή δεν θέλει να βγει από το γραφείο της.

Η πραγματικότητα είναι απλή: όταν οι άλλοι σχεδιάζουν δέκα χρόνια μπροστά κι εσύ γελάς με ανέκδοτα, στο τέλος μένεις πίσω. Και τότε, τα γέλια γίνονται δάκρυα.

Από τον επιχειρηματία στον ταξιθέτη

Η πραγματικότητα έχει πάντα τον τρόπο να ξεσκεπάζει τις φιλοδοξίες. Εδώ, λοιπόν, ζούμε το εξής παράδοξο: κάποιον που νομίζει ότι κινεί τα νήματα, ενώ στην πράξη το μόνο που καταφέρνει είναι να μπλέκεται στα ίδια του τα λόγια. Γιατί όσο μιλάει για «οράματα» και «μεγάλα σχέδια», η πόλη μένει στάσιμη, και οι πολίτες βλέπουν μόνο επικοινωνιακές φιγούρες.

Και το κλείνω με κάτι απλό. Αν θέλει, ας πάει να ρωτήσει τον δήμαρχο της Νάουσας τι σκοπό έχει για την πόλη του. Όχι σε δέκα χρόνια, αλλά από τον επόμενο Σεπτέμβριο. Εκεί ο άνθρωπος έδειξε πως είναι επιχειρηματίας κι όχι απλώς δήμαρχος. Σκέφτεται με σχέδιο, με προοπτική, με στόχο. Δεν περιμένει να περάσουν δεκαετίες για να φανεί αποτέλεσμα.

Εδώ, αντίθετα, απ’ ό,τι είδα χθες, το όνειρο είναι να γίνει… ταξιθέτης. Να δείχνει ποιος θα καθίσει πού, να μοιράζει χαμόγελα και θέσεις, χωρίς να έχει καμία ουσιαστική στρατηγική. Και όσο κι αν το πεις, είναι μεγάλη η απόσταση ανάμεσα σε έναν επιχειρηματία που σχεδιάζει το μέλλον και σε έναν ταξιθέτη που απλώς βάζει τον κόσμο στη σειρά.

Η ίδια η εικόνα μιλάει: άλλοι οργανώνουν προγράμματα, άλλοι μοιράζουν καρέκλες. Και η πόλη, δυστυχώς, μένει με τον ταξιθέτη.

Ο Αντιδήμαρχος