Η ιστορία του Μίροσλαβ Κλόζε μοιάζει περισσότερο με μυθιστόρημα παρά με τη διαδρομή ενός συνηθισμένου ποδοσφαιριστή.
Γεννημένος στην Πολωνία, μέσα σε μια οικογένεια με έντονο αθλητικό υπόβαθρο – μητέρα διεθνής τερματοφύλακας στο χάντμπολ και πατέρας επαγγελματίας ποδοσφαιριστής – θα περίμενε κανείς πως η πορεία του ήταν προδιαγεγραμμένη.
Κι όμως, ο άνθρωπος που θα γινόταν ο κορυφαίος σκόρερ στην ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου έφτασε πολύ κοντά στο να μην γίνει ποτέ επαγγελματίας.
Το 1987, καθώς το κομμουνιστικό καθεστώς στην Ανατολική Ευρώπη κατέρρεε, η οικογένεια Κλόζε εγκατέλειψε κρυφά την Πολωνία και πέρασε στη Δυτική Γερμανία, φτάνοντας σε κέντρα υποδοχής προσφύγων.
Χωρίς καμία εγγύηση για το μέλλον, ο νεαρός Μίροσλαβ μεγάλωσε σε μικρές τοπικές ομάδες, μακριά από τις μεγάλες ακαδημίες. Στα 21 του ήταν ακόμη ερασιτέχνης και είχε ολοκληρώσει σπουδές στην ξυλουργική, ονειρευόμενος να ανοίξει δική του επιχείρηση.
Η ζωή του άλλαξε το 1999, όταν σκάουτ της Καϊζερσλάουτερν τον εντόπισε. Μέσα σε δύο χρόνια βρέθηκε από την τρίτη κατηγορία στη Bundesliga, στην εθνική Γερμανίας και στο πρώτο του διεθνές γκολ.
Το 2002 συμμετείχε στο Μουντιάλ, όπου συστήθηκε με χατ-τρικ απέναντι στη Σαουδική Αραβία. Από εκεί και πέρα, η πορεία του ήταν σταθερή και αμείλικτη: πρώτος σκόρερ του Μουντιάλ 2006, συνεχής παρουσία το 2010 και ιστορική κορύφωση το 2014, όταν κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο και έγινε ο κορυφαίος σκόρερ όλων των εποχών στη διοργάνωση.
Απλός, ταπεινός, αλλά αλάνθαστος μπροστά στο τέρμα, ο Κλόζε απέδειξε ότι η συνέπεια και η ψυχραιμία μπορούν να χτίσουν έναν θρύλο, ακόμη κι όταν η ζωή ξεκινά από το μηδέν.
























































