Η μορφή του Αρριχίωνα από τη Φιγάλεια αποτελεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά και δραματικά κεφάλαια της αρχαίας ελληνικής αθλητικής ιστορίας.

Ήταν παγκρατιαστής, δηλαδή αθλητής ενός από τα πιο σκληρά αγωνίσματα των Ολυμπιακών Αγώνων, όπου επιτρεπόταν σχεδόν κάθε μορφή πάλης εκτός από το δάγκωμα και το τύφλωμα.

Ο Αρριχίων είχε ήδη στεφθεί δύο φορές Ολυμπιονίκης, όμως η τρίτη του νίκη, το 564 π.Χ., έμελλε να μείνει αθάνατη.

Στον τελικό του παγκρατίου, ο Αρριχίων βρέθηκε αντιμέτωπος με έναν εξαιρετικά ικανό αντίπαλο, ο οποίος κατάφερε να τον εγκλωβίσει σε ασφυκτικό κλείδωμα.

Ο Φιγαλείος αθλητής άρχισε να χάνει τις αισθήσεις του, όμως την ίδια στιγμή, με μια απίστευτη επίδειξη δύναμης και τεχνικής, έσπασε τον αστράγαλο του αντιπάλου του.

Ο αντίπαλος, μη αντέχοντας τον πόνο, δήλωσε παραίτηση. Την ίδια στιγμή όμως, ο Αρριχίων είχε ήδη αφήσει την τελευταία του πνοή.

Οι κριτές βρέθηκαν μπροστά σε ένα πρωτοφανές γεγονός: ο νικητής ήταν νεκρός. Σύμφωνα με τους κανόνες, η παραίτηση του αντιπάλου σήμαινε ότι ο Αρριχίων είχε κερδίσει τον αγώνα.

Έτσι, ο νεκρός αθλητής στεφανώθηκε με τον κότινο και ανακηρύχθηκε Ολυμπιονίκης, ο μοναδικός στην ιστορία των Αγώνων που τιμήθηκε με χρυσό μετάλλιο μετά θάνατον.

Η πόλη της Φιγάλειας τον τίμησε ως ήρωα, ενώ η ιστορία του πέρασε στους αιώνες ως σύμβολο απόλυτης αφοσίωσης, ανδρείας και αγωνιστικότητας.

Ο Αρριχίων δεν κέρδισε απλώς έναν αγώνα· κέρδισε μια θέση στην αθανασία, ως ο αθλητής που προτίμησε τον θάνατο παρά να εγκαταλείψει τον αγώνα.