Ο στίβος ήταν πάντα το τελευταίο άφθαρτο καταφύγιο του αθλητισμού. Το άθλημα όπου δεν χωρούσαν «παράγοντες», παρασκηνιακές πιέσεις, χορηγικές χαρές και τηλεοπτικά χατίρια.
Εκεί κέρδιζε μόνο ο καλύτερος. Αυτός που έτρεχε πιο γρήγορα, πηδούσε πιο ψηλά ή πιο μακριά, αυτός που έριχνε πιο δυνατά. Καθαρά, τίμια, με ιδρώτα και πειθαρχία.
Κι όμως, ακόμη κι αυτό το άθλημα κατάφεραν να το ξεφτιλίσουν. Μια πρωτοκλασάτη αθλήτρια έπεσε λίγο πριν τον τερματισμό. Στον στίβο, αυτό σήμαινε αποκλεισμό. Πάντα.
Δεν είχε σημασία το πώς και το γιατί. Πάτησες γραμμή; Ακυρώνεσαι. Χτύπησες εμπόδιο; Πληρώνεις το λάθος. Έφυγες πριν την πιστολιά; Τιμωρία. Θλάση, κράμπα, στομαχικές διαταραχές, ακόμη και έμμηνος ρύση στη διάρκεια του αγώνα — όλα αυτά ήταν μέρος της πραγματικότητας.
Ο στίβος δεν χάριζε σε κανέναν. Ήσουν δυνατός; Προχωρούσες. Δεν ήσουν; Έμενες πίσω. Γι’ αυτό ο στίβος δεν είχε οπαδούς. Είχε λάτρεις. Ανθρώπους που αγαπούσαν την ευγενή άμιλλα, την καθαρότητα, την αλήθεια του αγώνα.
Όποιος «έκλεβε» τιμωρούνταν. Όποιος δεν ήταν έτοιμος, απλώς έχανε. Ίσες πιθανότητες για όλους, χωρίς φανέλες, χωρίς χρώματα, χωρίς παραγοντισμούς.
Και τώρα; Τώρα όλα αυτά τα ισοπεδώνουν. Στο πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα στίβου στην Αγγλία, οι διοργανωτές αποφάσισαν να βάλουν στον τελικό μια αθλήτρια που έπεσε στον ημιτελικό και αποκλείστηκε. Με το έτσι θέλω.
Με τη λογική του «είχε καλή επίδοση, άρα αν δεν έπεφτε θα προκρινόταν». Δηλαδή, κόντρα σε κάθε κανόνα, σε κάθε λογική, σε κάθε έννοια ευ αγωνίζεσθαι, αποφάσισαν να προκρίνουν μια αθλήτρια όχι για ό,τι έκανε, αλλά για ό,τι θα μπορούσε να είχε κάνει.
Ντροπή και αίσχος μαζί, που έλεγε κι ένας συγχωρεμένος. Γιατί όταν αρχίζεις να χαϊδεύεις χορηγούς, να φτιάχνεις «ιστορίες», να προστατεύεις ονόματα και να παίζεις με υποθέσεις, τότε δεν μιλάμε πια για στίβο. Μιλάμε για θέαμα. Για προϊόν. Για μια καρικατούρα του αθλήματος που κάποτε ήταν το πιο καθαρό
Υ.Γ. Αν ίσχυαν αυτά τα νέα ήθη το 1992, η Βούλα Πατουλίδου ίσως να μην ήταν σήμερα Ολυμπιονίκης. Γιατί τότε δεν υπήρχαν «αν δεν έπεφτε», «αν δεν έκανε λάθος», «αν δεν…». Υπήρχε μόνο το «έτρεξε, πάλεψε, νίκησε». Και αυτό ήταν αρκετό.
* Από το χρονολόγιο του Kostas Salamouras


























































