Το νέο ΦΕΚ που καθορίζει τις αποδοχές του Αρχιεπισκόπου, των Μητροπολιτών και των βοηθών τους δημοσιεύθηκε, φέρνοντας σημαντικές αλλαγές στο μισθολογικό καθεστώς της ανώτατης εκκλησιαστικής ιεραρχίας.

Βάση υπολογισμού αποτελούν πλέον οι μηνιαίες μικτές αποδοχές του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, οι οποίες ανέρχονται σε 5.191 ευρώ. Με βάση αυτό το ποσό, ο μισθός του Αρχιεπισκόπου και των εν ενεργεία και τιτουλάριων Μητροπολιτών ορίζεται στο 90%, δηλαδή στα 4.671,90 ευρώ μικτά.

Οι Τιτουλάριοι και Βοηθοί Επίσκοποι θα λαμβάνουν το 70% των αποδοχών των Μητροπολιτών, ποσό που αντιστοιχεί σε 3.270,33 ευρώ.

Η νέα ρύθμιση καταργεί πλήρως το προηγούμενο αυτόνομο μισθολογικό πλαίσιο και συνδέει τις αποδοχές των ιεραρχών με το γενικό σύστημα των ειδικών μισθολογίων του Δημοσίου.

Παράλληλα, προβλέπεται ρητά ότι δεν καταβάλλεται καμία πρόσθετη παροχή, όπως έξοδα παράστασης, αποζημιώσεις συμμετοχής σε συμβούλια ή επιτροπές και κάθε άλλη οικονομική ενίσχυση που ίσχυε με παλαιότερες διατάξεις.

Οι αποδοχές γίνονται πλέον ενιαίες και «κλειστές». Η εφαρμογή των νέων διατάξεων από 1η Ιουλίου 2026 έχει ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις εντός της Εκκλησίας.

Ο Μητροπολίτης Κισσάμου και Σελίνου Αμφιλόχιος εξέφρασε ανοιχτά την αντίθεσή του, τονίζοντας ότι σε μια περίοδο οικονομικής δυσκολίας για τους πολίτες, η συζήτηση για αυξήσεις στους μισθούς των ιεραρχών στέλνει λανθασμένο μήνυμα.

Αντίστοιχα, ο Μητροπολίτης Κυθήρων Σεραφείμ ανακοίνωσε ότι θα διαθέτει την αύξηση σε κοινωνικές δομές, υπογραμμίζοντας τον κοινωνικό ρόλο της Εκκλησίας.

Στον αντίποδα, ο Μητροπολίτης Λαρίσης Ιερώνυμος υπερασπίστηκε τη ρύθμιση, κάνοντας λόγο για εξορθολογισμό ενός παρωχημένου μισθολογικού συστήματος.

Οι αντιδράσεις επιβεβαιώνουν τον έντονο προβληματισμό που επικρατεί στους κόλπους της Ιεραρχίας για τη σκοπιμότητα της κυβερνητικής πρωτοβουλίας.