Το ενδεχόμενο αναπροσαρμογής των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης επανέρχεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, καθώς η γήρανση του πληθυσμού και οι δημογραφικές πιέσεις απειλούν τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.
Αν και η κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει ειλημμένη απόφαση για αύξηση των ορίων, οι αναλογιστικές μελέτες και οι διεθνείς προβλέψεις κρατούν το θέμα ανοιχτό.
Σήμερα, η πλήρης σύνταξη χορηγείται στα 62 έτη με 40 χρόνια ασφάλισης ή στα 67 με τουλάχιστον 15 χρόνια. Ωστόσο, από το 2030 και μετά, εξετάζεται σταδιακή αύξηση έως και ενάμιση έτος, ώστε να συνδεθεί το όριο με το προσδόκιμο ζωής.
Η προσαρμογή θα είναι κλιμακωτή, δίνοντας χρόνο στους ασφαλισμένους να προγραμματίσουν την έξοδό τους. Οι δημογραφικές εξελίξεις είναι ο βασικός παράγοντας πίεσης: οι συντάξεις καταβάλλονται για περισσότερα χρόνια, ενώ η υπογεννητικότητα μειώνει τους νέους εργαζομένους που στηρίζουν το σύστημα.
Ήδη παρατηρείται κύμα αιτήσεων συνταξιοδότησης — πάνω από 110.000 το πρώτο εξάμηνο του 2026 — καθώς πολλοί επιδιώκουν να κατοχυρώσουν τα σημερινά όρια.
Προστατευμένοι παραμένουν όσοι έχουν ήδη θεμελιώσει δικαίωμα, καθώς και όσοι υπάγονται σε ειδικές κατηγορίες, όπως τα βαρέα επαγγέλματα και οι ένστολοι.
Οι νεότεροι εργαζόμενοι, ηλικίας 35–45 ετών, θεωρούνται οι πιο πιθανό να επηρεαστούν από τις μελλοντικές αλλαγές.
Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν έχει ληφθεί καμία οριστική απόφαση — το θέμα παραμένει υπό αξιολόγηση.
























































