Αν ο πίνακας διαβαζόταν από κάτω προς τα πάνω, ίσως να έδινε την ψευδαίσθηση μιας ανοδικής πορείας. Δεν είναι όμως τέτοιος – και γιατί να είναι, εδώ που τα λέμε. Τα στοιχεία για το πρώτο εννιάμηνο του 2025 αποτυπώνουν μια σκληρή αλήθεια: η Ελλάδα είναι πλέον η φτωχότερη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με βάση την αγοραστική δύναμη των πολιτών της.

Μέχρι πρόσφατα, η Βουλγαρία αποτελούσε το τελευταίο σκαλοπάτι, μια ιδιότυπη «παρηγοριά» για την ελληνική οικονομία. Όχι πια. Οι γείτονες από τον βορρά μας ξεπέρασαν, και μάλιστα με σταθερά βήματα.

Είχαν περιθώρια βελτίωσης – και τα αξιοποίησαν. Εμείς, αντιθέτως, μοιάζουμε εγκλωβισμένοι σε μια αδράνεια που δεν επιτρέπει την ανατροπή των αρνητικών δεδομένων.

Τα στοιχεία μιλούν από μόνα τους Η Ελλάδα βρίσκεται στο 70% του μέσου όρου της ΕΕ, όταν πριν από την κρίση βρισκόταν στο 80%-85%. Η απόσταση που πρέπει να καλυφθεί για να επιστρέψουμε στα προ κρίσης επίπεδα είναι τεράστια.

Και δεν πρόκειται για εκτιμήσεις ή προβλέψεις, αλλά για επίσημα στοιχεία. Η σύγκλιση με την ευρωζώνη απαιτεί πάνω από μία δεκαετία ισχυρής και σταθερής ανάπτυξης – κάτι που ούτε απλό είναι, ούτε δεδομένο.

Με απλά λόγια, είναι το «πόσο αξίζει ο μισθός σου». Όχι το ποσό καθαυτό, αλλά το τι μπορείς να κάνεις με αυτό. Πόσο κοστίζει η ζωή, πόσο αντέχεις την καθημερινότητα. Και σήμερα, η απάντηση είναι σκληρή: ο μήνας δεν βγαίνει, η ακρίβεια σαρώνει, και η πλειοψηφία των Ελλήνων ζορίζεται.

Παρά την πραγματικότητα που βιώνουν οι πολίτες, το κυβερνητικό αφήγημα –με τη στήριξη πολλών παραδοσιακών ΜΜΕ– επιμένει πως «όλα βαίνουν καλώς». Μια αλλοίωση της εικόνας που δεν φαίνεται να πείθει ούτε τις δημοσκοπήσεις.

Το γράφημα της αγοραστικής δύναμης δεν είναι αισθητικά ωραίο – τουλάχιστον όχι όταν διαβάζεται από πάνω προς τα κάτω. Είναι μια υπενθύμιση της ήττας, του πισωγυρίσματος, της ανάγκης για ουσιαστική αλλαγή. Και όσο δεν αλλάζει η βάση της οικονομικής πολιτικής, θα παραμένει ένας πίνακας ντροπής.