«Είναι σαν να μας σκοτώνουν τα παιδιά μας ένα-ένα μπροστά μας». Με αυτά τα λόγια ο Κωνσταντίνος Θεολόγος, κτηνοτρόφος από το Μικρό Μοναστήρι Θεσσαλονίκης, περιγράφει τον εφιάλτη που ζει: την αναγκαστική θανάτωση του κοπαδιού του λόγω της ευλογιάς.

Δεν μιλά απλώς για ζώα. Μιλά για μια ιστορία δεκαετιών, για μια φυλή που κουβαλά μνήμη, παράδοση και ταυτότητα. Τα τελευταία καθαρόαιμα πρόβατα Ρουμλουκίου που απέμειναν στην περιοχή βρίσκονται μια ανάσα πριν εκλείψουν.

Η ντόπια φυλή Ρουμλουκίου δεν είναι απλά πρόβατα. Είναι κομμάτι της ιστορίας της Μακεδονίας, της αγροτικής ζωής, της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ο Θεολόγος και η οικογένειά του τα μεγάλωσαν με κόπο, τα φύλαξαν από την πείνα και τους λύκους, τα φρόντισαν σαν μέλη της οικογένειας.

Και τώρα, με μια απόφαση που μοιάζει ψυχρή και αμείλικτη, βλέπουν όλη αυτή την κληρονομιά να σβήνει. Η ευλογιά είναι μια πραγματικότητα που πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Όμως η αδιαφορία των αρχών για την πολιτιστική και ιστορική αξία αυτής της φυλής είναι εξοργιστική. Δεν υπήρξε καμία μέριμνα για διάσωση, καμία πρόνοια για να σωθεί έστω ένα κομμάτι αυτού του γενετικού θησαυρού.

Σαν να μην έχει σημασία αν χάνεται μια φυλή που άντεξε αιώνες. Σαν να μην έχει σημασία αν ένας άνθρωπος βλέπει τον κόπο μιας ζωής να αφανίζεται μέσα σε λίγες ώρες.

Ο Θεολόγος δεν είναι απλώς ένας κτηνοτρόφος. Είναι ένας άνθρωπος που κουβαλά την ψυχή της υπαίθρου. Όταν λέει «τα φύλαξα από την πείνα και τους λύκους», δεν μιλά μόνο για ζώα. Μιλά για μια ζωή αφιερωμένη στην προστασία ενός κομματιού της παράδοσης μας.

Και τώρα, με δάκρυα στα μάτια, βλέπει την πολιτεία να γυρίζει την πλάτη. Ποιος θα αναλάβει την ευθύνη για την εξαφάνιση της φυλής Ρουμλουκίου; Ποιος θα μιλήσει για την αδιαφορία που σκοτώνει όχι μόνο ζώα αλλά και την ίδια την ιστορία μας;

Γιατί η απώλεια δεν είναι μόνο του Θεολόγου. Είναι όλων μας. Είναι η απώλεια ενός κομματιού της συλλογικής μας μνήμης. Η εικόνα είναι σκληρή: τα τελευταία πρόβατα Ρουμλουκίου, μια μέρα πριν εκλείψουν. Και η φράση του κτηνοτρόφου θα μείνει να στοιχειώνει: «Είναι σαν να μας σκοτώνουν τα παιδιά μας ένα-ένα μπροστά μας».