ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΧΑΜΑΙΛΕΟΝΤΑΣ
Για να καταλάβεις σε τι κράτος ζούμε, δεν χρειάζεται να ανοίξεις βιβλία, να διαβάσεις εκθέσεις διαφάνειας ή να παρακολουθήσεις επιτροπές της Βουλής. Αρκεί να ρίξεις μια ματιά σε μια είδηση που, αν δεν ήταν αληθινή, θα τη θεωρούσες σενάριο από ελληνική κωμωδία της δεκαετίας του ’80.
Παρίστανε, λέει, ο άλλος τον αστυνομικό. Όχι για μια μέρα, όχι για έναν μήνα, ούτε καν για ένα χρόνο. Για δεκαέξι ολόκληρα χρόνια! Και όχι μόνο δεν τον πήρε κανείς χαμπάρι, αλλά κατάφερε να ξαφρίσει κοντά στα τετρακόσια χιλιάρικα. Τέτοια συνέπεια, τέτοια αφοσίωση στο ρόλο, ούτε ο Ντε Νίρο. Και πότε τον ανακάλυψαν; Το 2025. Δηλαδή, ο τύπος ξεκίνησε την καριέρα του ως «αστυνομικός» όταν ακόμη υπήρχαν Nokia με πορτάκι και τον σταμάτησαν όταν πλέον τα κινητά βγάζουν 3D χάρτες του σπιτιού σου. Μιλάμε για κράτος–χαμαιλέοντα: αλλάζουν κυβερνήσεις, υπουργοί, στολές, κανονισμοί, αλλά ο δικός μας εκεί, σταθερός, αμετακίνητος, να υπηρετεί… την τέχνη της απάτης. Αν υπήρχε βραβείο «Καλύτερης Ερμηνείας σε Δημόσια Υπηρεσία», θα το έπαιρνε με διαφορά.

ΟΤΑΝ ΕΙΣΑΙ ΠΟΛΥΤΑΛΑΝΤΟΣ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΤΑ ΠΑΝΤΑ
Και επειδή ο άνθρωπος δεν ήταν τύπος που βαριέται εύκολα, είπε να εμπλουτίσει το ρεπερτόριό του. Έτσι, όταν κουραζόταν από το να παριστάνει τον αστυνομικό, έλεγε να το γυρίσει λίγο. Μια μέρα υπάλληλος της Βουλής. Την άλλη, φίλος του Προέδρου της Δημοκρατίας. Μετά, ανώτατος εφοριακός. Ένας πολυτάλαντος, ένας καλλιτέχνης, ένας άνθρωπος που τίμησε το ελληνικό δαιμόνιο. Αν είχε λίγο χρόνο ακόμη, θα τον βλέπαμε να κόβει και κορδέλες σε εγκαίνια. Και το κράτος; Ατάραχο. Ακίνητο. Σαν να βλέπεις παράσταση Καραγκιόζη όπου όλοι ξέρουν ότι ο Χατζηαβάτης είναι ο Καραγκιόζης με άλλο καπέλο, αλλά κανείς δεν μιλάει. Μιλάμε για το καλύτερο κράτος του κόσμου: μπορεί ο καθένας να κάνει ό,τι θέλει και να μην κουνιέται φύλλο. Όχι επειδή δεν μπορούν να τον πιάσουν. Αλλά επειδή… δεν τον ψάχνει κανείς.

Ο ΑΝΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΓΟΛΓΟΘΑΣ
Επειδή βλέπω ότι ο ανασχηματισμός έχει γίνει πιο δύσκολος κι από το να βρεις πάρκινγκ στο κέντρο παραμονή Χριστουγέννων, είπα να βάλω ένα χεράκι. Όχι στο Γιδά. Εδώ μπορεί να παρκάρει μέχρι και αεροπλάνο. Τέτοια ερημιά θέλει κόπο να καταφέρεις να φέρεις, ακόμη και σε χωριό. Όχι τίποτα σπουδαίο, μια ιδέα ρε παιδί μου, να βοηθήσουμε την κατάσταση. Γιατί βλέπω τον Δήμαρχο να ιδρώνει, να σκέφτεται, να ξανασκέφτεται, να μετράει κουκιά, να ξαναμετράει κουκιά, και στο τέλος να καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα: «Δεν αλλάζει τίποτα». Και πώς να αλλάξει; Αφού υπάρχουν οι κολλητοί. Οι σταθερές αξίες. Οι άνθρωποι που, αν τους πειράξεις, θα γίνει σεισμός 8 Ρίχτερ. Αυτοί που έχουν καρέκλα με το όνομά τους χαραγμένο πάνω. Αυτοί που, αν τους πεις «σε αλλάζω», θα σου απαντήσουν «εγώ; ποτέ». Μετά υπάρχουν κι εκείνοι που σήκωσαν ανάστημα. Που είπαν μια κουβέντα παραπάνω. Που τόλμησαν να πουν «μήπως να το κάνουμε αλλιώς;». Αυτοί, φυσικά, δεν πρόκειται να πάρουν θέση ούτε σε φωτογραφία. Γιατί το σύστημα δεν συγχωρεί τέτοια πράγματα. Το σύστημα θέλει υπακοή, ησυχία και χαμόγελο. Και τέλος, υπάρχουν κι εκείνοι που τους επέβαλαν. Που ήρθαν «πακέτο». Που αν τους διώξεις, θα γίνει της… καταιγίδας. Άρα; Πού να βρεθεί χώρος για ανασχηματισμό; Πού να βρεθεί λύση; Εδώ θέλει φαντασία. Και ο Αντιδήμαρχος έχει πολλή.

ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΒΟΗΘΗΣΩ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε κολλητούς, επιβεβλημένους και «μην τον πειράξεις γιατί θα γίνει χαμός», μου ήρθε η έμπνευση. Γιατί να έχουμε έναν αντιδήμαρχο σε κάθε θέση; Γιατί να μην έχουμε δύο; Δύο άτομα, δύο καρέκλες, δύο υπογραφές, δύο χαμόγελα στις φωτογραφίες. Και το καλύτερο; Εκεί που παίρνει ο ένας 1.500 ευρώ, να τα μοιράζονται. Από 750 ο καθένας. Λίγο είναι; Για να κάθεσαι, να μην κάνεις τίποτα και να παίρνεις 750 ευρώ; Άλλοι δουλεύουν δωδεκάωρα, σπάνε μέσες, τρέχουν σαν ταχυδρόμοι του ’60 για να τα βγάλουν αυτά τα λεφτά. Εδώ θα τα παίρνεις με το «καλημέρα σας». Και δεν είναι μόνο αυτό. Με δύο άτομα σε κάθε αντιδημαρχία, οι μουρμούρες θα σταματήσουν. Γιατί; Γιατί δεν θα μπορεί να μιλήσει κανένας. Όποιος πει «γιατί αυτός κι όχι εγώ;», θα του πεις «μα είναι δύο, τι άλλο θες;». Όποιος πει «δεν με υπολογίζουν», θα του πεις «μα έβαλα δύο, δεν μπορώ να βάλω τρεις». Και κάπως έτσι, ο Δήμαρχος θα βγει από τη δύσκολη θέση. Θα έχει ικανοποιήσει τους μισούς, θα έχει κατευνάσει τους άλλους μισούς και θα έχει φτιάξει και μια εικόνα «συλλογικής διοίκησης». Όλοι κερδισμένοι. Ή τουλάχιστον έτσι θα φαίνεται.

Ο ΑΝΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΠΟΥ ΔΙΑΡΚΕΙ ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ
Και μέσα σε όλο αυτό το πανηγύρι, υπάρχει κι εκείνος ο ένας. Εκείνος που ξεκίνησε την ανακαίνιση το περασμένο Πάσχα και φτάσαμε ξανά Πάσχα και ακόμη βάφει το πρώτο χέρι. Εκείνος που, αν τον ρωτήσεις «πότε τελειώνεις;», θα σου πει «σε λίγο». Αυτό το «σε λίγο» που κρατάει όσο μια θητεία. Με το σύστημα των δύο αντιδημάρχων, ούτε αυτός θα έχει πρόβλημα. Γιατί; Γιατί θα έχουν παρέα. Θα έχουν κάποιον να λέει «άντε, τελείωνε». Θα έχουν κάποιον να τον κοιτάει με μισό μάτι. Θα έχουν κάποιον να του παίρνει τη δόξα αν καθυστερήσει. Και τότε, θα τρέχει. Θα τρέχουν όλοι. Γιατί όταν είσαι μόνος, λες «έλα μωρέ, ποιος με ελέγχει;». Όταν όμως έχεις δίπλα σου άλλον έναν, που περιμένει να σε φάει λάχανο για να πάρει τη θέση μόνος του, τότε αλλάζει το πράγμα. Τότε δουλεύεις. Τότε σηκώνεσαι από την καρέκλα. Τότε θυμάσαι ότι είσαι αντιδήμαρχος και όχι διακοσμητικό στοιχείο. Και κάπως έτσι, η ανακαίνιση που έγινε έπος, θα γίνει επιτέλους έργο. Ή τουλάχιστον θα μοιάζει με έργο.

ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΒΡΕΙΤΕ ΕΣΕΙΣ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΛΥΣΗ
Και μιας που μιλάμε για καρέκλες, ας πούμε και την αλήθεια. Έχουν πάρει το σχήμα του κwλοu τους. Κυριολεκτικά. Τόσα χρόνια καθισμένοι, έχουν γίνει ένα με το έπιπλο. Αν τις σηκώσεις, θα δεις αποτύπωμα. Με το σύστημα των δύο αντιδημάρχων, όμως, οι καρέκλες θα αδειάσουν. Γιατί θα φοβάται ο ένας τον άλλον. Θα σηκώνονται, θα τρέχουν, θα κάνουν ότι δουλεύουν. Θα πηγαίνουν σε υπηρεσίες, θα εμφανίζονται σε έργα, θα βγάζουν φωτογραφίες, θα κάνουν δηλώσεις. Θα υπάρχει κίνηση. Και η κίνηση, όσο κι αν δεν το πιστεύουν, μοιάζει με δουλειά. Και κάπως έτσι, ο Δήμος θα δείχνει ζωντανός. Οι πολίτες θα λένε «μπράβο, κάτι γίνεται». Ο Δήμαρχος θα λέει «εγώ τα κατάφερα». Οι αντιδήμαρχοι θα λένε «δουλεύουμε». Και ο Αντιδήμαρχος —ο δικός μας, ο σατιρικός— θα σηκώνει το φρύδι και θα λέει: «Εγώ σας τα έλεγα. Θέλει φαντασία η διοίκηση». Γιατί στο τέλος της ημέρας, το πρόβλημα δεν είναι οι θέσεις. Είναι οι καρέκλες. Και το ποιος κάθεται πάνω τους.

ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΘΑ ΜΑΣ ΠΟΥΝ ΟΤΙ ΟΛΑ ΕΓΙΝΑΝ ΣΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥΣ ΟΠΩΣ ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ
Άντε τώρα να εξηγήσεις στους δικούς μας ότι ανασχηματισμός και αλλαγές γίνονται στο τέλος του χρόνου. Όπως γίνεται παντού. Όπως κάνουν όλοι οι δήμοι της χώρας. Όπως προβλέπει η λογική, η πρακτική, η στοιχειώδης οργάνωση. Αλλά όχι. Εμείς έχουμε δική μας τακτική. Μια τακτική τόσο πρωτότυπη, τόσο δημιουργική, τόσο… ακατανόητη, που θα μπορούσε να διδάσκεται σε σεμινάρια «Πώς να μπερδεύετε τους πάντες χωρίς λόγο». Γιατί οι άλλοι δήμοι περιμένουν να κλείσει ο χρόνος, να γίνει ο απολογισμός, να δουν τι πήγε καλά, τι πήγε στραβά, ποιος δούλεψε, ποιος εξαφανίστηκε, ποιος θυμήθηκε ότι είναι αντιδήμαρχος μόνο όταν έχει φωτογραφία. Εμείς; Εμείς κάνουμε ανασχηματισμό όποτε μας έρθει. Μπορεί να είναι Μάρτιος, μπορεί Ιούλιος, μπορεί και Τρίτη απόγευμα επειδή κάποιος ξύπνησε στραβά. Δεν υπάρχει πρόγραμμα, δεν υπάρχει ρυθμός, δεν υπάρχει λογική. Υπάρχει μόνο η ατάκα: «Θα δούμε». Και φυσικά, όταν ρωτήσεις «μα γιατί τώρα;», οι δικαιολογίες πέφτουν βροχή. «Δεν ήταν έτοιμο το σχήμα». «Έπρεπε να γίνουν κάποιες συνεννοήσεις». «Δεν προλάβαμε». «Δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή». «Περίμενε λίγο, θα γίνει». Και το καλύτερο: «Έτσι το κάνουμε εμείς». Αυτό το «εμείς» είναι που σε αποτελείωσε. Γιατί δεν ξέρεις ποιοι είναι αυτοί οι «εμείς», πώς αποφασίζουν, πότε αποφασίζουν και γιατί αποφασίζουν. Ξέρεις μόνο ότι αποφασίζουν… όποτε τους καπνίσει.

ΣΤΙΣ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΕΣ ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΦΤΑΣΕΙ ΚΑΝΕΝΑΣ
Το ωραίο είναι ότι κανείς δεν μπορεί να καταλάβει αυτή την τακτική. Ούτε οι ίδιοι. Αν τους ρωτήσεις «πότε θα γίνει ανασχηματισμός;», θα σου πουν «σύντομα». Αν τους ξαναρωτήσεις μετά από δύο μήνες, θα σου πουν «είμαστε κοντά». Αν τους ξαναρωτήσεις μετά από έξι, θα σου πουν «μην αγχώνεσαι, θα γίνει». Και στο τέλος, όταν γίνει, θα σου πουν «μα το είχαμε πει». Ναι, το είχατε πει. Αλλά το είχατε πει και τον προηγούμενο χρόνο. Και τον προ-προηγούμενο. Και το πιο αστείο; Όλοι οι δήμοι της χώρας λειτουργούν με ένα απλό, καθαρό, λογικό σύστημα: αλλαγές στο τέλος του χρόνου. Τελεία. Εμείς; Εμείς είμαστε το «εναλλακτικό μοντέλο». Το μοντέλο που δεν ακολουθεί κανόνες. Το μοντέλο που δεν θέλει να μοιάζει σε κανέναν. Το μοντέλο που λέει «εμείς θα κάνουμε ανασχηματισμό όταν νιώσουμε έμπνευση». Σαν να μιλάμε για ποίηση, όχι για διοίκηση. Και φυσικά, οι δικαιολογίες δεν τελειώνουν ποτέ. Έχουμε για όλες τις περιστάσεις. Για όλες τις εποχές. Για όλες τις διαθέσεις. Αν υπήρχε Ολυμπιακό άθλημα «εύρεση δικαιολογιών», θα παίρναμε χρυσό. Με διαφορά. Γιατί εδώ δεν υπάρχει πρόγραμμα. Δεν υπάρχει χρονοδιάγραμμα. Υπάρχει μόνο το αθάνατο ελληνικό: «Όποτε θέλουμε».

Η ΚΡΟΤΙΔΑ ΕΣΚΑΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ
Τι χειροβομβίδα κρότου–λάμψης ήταν αυτή την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Μιλάμε για έκρηξη που δεν την περίμενε ούτε ο πιο έμπειρος πυροτεχνουργός. Εκεί που όλοι έτρωγαν μελομακάρονα και έκαναν πρόποση για το 2026, σκάει το τραπέζι του Λουκανόπουλου σαν κεραυνός εν αιθρία. Και θα μου πεις: «Μα κάθε χρόνο το κάνει». Σωστό. Ο άνθρωπος είναι σταθερή αξία. Αλλά τι φταίει αυτός αν κάποιοι βλέπουν παντού φαντάσματα, συνωμοσίες, προδοσίες και εχθρούς; Αν θεωρούν ότι όποιος δεν τους γλείφει το χέρι είναι αυτομάτως απέναντι; Και εκεί, μέσα στο τραπέζι, τέσσερις της «ομάδας». Ο Θεός να την πει ομάδα δηλαδή, αλλά τέλος πάντων. Εγώ δεν ξέρω τι σκέφτονταν αυτοί οι τέσσερις. Ξέρω όμως πολύ καλά τι σκέφτονταν όσοι είδαν τις φωτογραφίες. Φωτιά στα μπατζάκια τους. Τα τηλέφωνα πήραν φωτιά, τα μηνύματα έπεφταν σαν χαλάζι, και η πρώτη ερώτηση ήταν μία: «Μίλησαν καθόλου με τον Ναλμπάντη;». Εκεί καταλαβαίνεις το επίπεδο. Εκεί καταλαβαίνεις την ανασφάλεια. Εκεί καταλαβαίνεις πόσο εύθραυστη είναι η καρέκλα τους. Και κάπου εκεί, δεν κρατήθηκα:Μα πόσο μ@λ@κ€ς μπορεί να είστε; Που νομίζετε ότι μόνο εσείς μπορείτε να μιλάτε με όποιον θέλετε, ενώ οι άλλοι πρέπει να μιλάνε μόνο με αυτούς που εγκρίνετε εσείς. Τικ τακ, τικ τακ. Ο χρόνος μετράει αντίστροφα.

Η ΠΑΡΕΑ ΠΟΥ ΑΝΑΨΕ ΤΗΝ ΦΩΤΙΑ
Ας το πούμε ξεκάθαρα: όλοι όσοι βρέθηκαν στο τραπέζι ήταν μια μεγάλη παρέα. Δεν πήγαν για να κάνουν πραξικόπημα, ούτε για να σχεδιάσουν ανατροπές. Πήγαν να φάνε, να πιουν, να γελάσουν και —φυσικά— να μιλήσουν. Και τα θέματα που συζητήθηκαν είχαν έναν συγκεκριμένο στόχο. Όχι έναν στόχο που θα άρεσε στους «ευαίσθητους» της διοίκησης. Έναν στόχο που, αν τον άκουγαν, θα έπεφταν κάτω λιπόθυμοι. Οπότε ναι, τη φωτιά την άναψαν για τα καλά. Αλλά να καούν αυτοί που την άναψαν; Δύσκολο. Πολύ δύσκολο. Γιατί αυτοί που ήταν εκεί έχουν μυαλό καθαρό και δεν φοβούνται τις σκιές. Αυτοί που κάηκαν —ή μάλλον που ένιωσαν τη φωτιά να τους ζώνει— ήταν όσοι είδαν το σκηνικό απ’ έξω. Αυτοί που νόμιζαν ότι ελέγχουν τα πάντα. Αυτοί που πίστευαν ότι όλοι χορεύουν στον ρυθμό τους. Και ξαφνικά, μέσα σε μια φωτογραφία, μέσα σε ένα τραπέζι, μέσα σε μια παρέα, κατάλαβαν ότι δεν ελέγχουν τίποτα. Ότι το παιχνίδι έχει αλλάξει. Ότι οι ισορροπίες μετακινούνται. Ότι το έδαφος κάτω από τα πόδια τους τρίζει. Και τότε άρχισαν τα φίδια να τους ζώνουν. Κυριολεκτικά. Γιατί όταν βλέπεις ότι κάποιοι μιλάνε, γελάνε και συνεννοούνται χωρίς εσένα, τότε καταλαβαίνεις ότι το τέλος πλησιάζει.

Ο ΝΑΛΜΠΑΝΤΗΣ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ
Και φυσικά, έγινε αυτό που φοβούνταν περισσότερο. Άρχισε σιγά σιγά να βγαίνει στο προσκήνιο ο Ναλμπάντης. Όχι με φανφάρες, όχι με δηλώσεις, όχι με τυμπανοκρουσίες. Με τον τρόπο που βγαίνουν οι σοβαροί παίκτες: αθόρυβα, σταθερά, μεθοδικά. Και αυτό είναι που τους τρομάζει. Γιατί δεν μπορούν να τον ελέγξουν. Δεν μπορούν να τον προβλέψουν. Δεν μπορούν να τον σταματήσουν. Να τολμήσω να πω από τώρα ότι θα είναι ο επόμενος δήμαρχος; Θα το αφήσω να ωριμάσει λίγο ακόμη. Δεν χρειάζεται βιασύνη. Έτσι κι αλλιώς κανένας δεν θεωρεί την δημαρχία αυτοσκοπό, εκτός από έναν. Τα πράγματα έχουν πάρει τον δρόμο τους. Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Και όσοι νομίζουν ότι μπορούν να το φράξουν με τα χέρια τους, θα το καταλάβουν πολύ σύντομα. Γιατί η πολιτική —ειδικά η τοπική— δεν είναι θέμα φωνής, ούτε θέμα καρέκλας, ούτε θέμα «εγώ είμαι ο αρχηγός». Είναι θέμα δυναμικής. Και η δυναμική έχει αλλάξει. Ο κόσμος βλέπει. Ο κόσμος ακούει. Ο κόσμος καταλαβαίνει. Και όταν ο κόσμος καταλαβαίνει, τότε το τικ τακ που ακούτε δεν είναι ρολόι. Είναι αντίστροφη μέτρηση. Για το τέλος σας.

ΤΟ ΕΙΠΕ Ο ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΕΠΙΚΑΙΡΟ
Και με αφορμή το σημερινό κομμάτι, που κάποιοι θα πρέπει να το κρατήσουν γιατί θα με θυμηθούν στις επόμενες εκλογές, να θυμίσω αυτό που είπε ο Ηράκλειτος. ''Ουδείς αχαριστότερος του ευεργετηθέντος''. Που σημαίνει ότι η αχαριστία, η άρνηση δηλαδή να αναγνωριστεί και να ανταποδοθεί μια ευεργεσία, είναι μια μορφή κακίας που μετατρέπει τον ευεργετηθέντα σε δυνητικό ή πραγματικό εχθρό του ευεργέτη. Κάντε ένα συδυασμό αυτό που διαβάζετε σήμερα, με δύο εκλογικές αναμετρήσεις. Αυτές που έγιναν το 2023 κι αυτές που θα γίνουν το 2028. Εκεί που θα γελάσει ο κάθε πικραμένος. Άντε καλή χρονιά με υγεία σας εύχομαι...
Ο Αντιδήμαρχος
























































