Για δύο ολόκληρες εβδομάδες, το δημόσιο ενδιαφέρον μονοπωλήθηκε από τον θάνατο του Γιώργου Παπαδάκη. Και πράγματι, πρόκειται για ένα γεγονός που συγκίνησε πολύ κόσμο. Όμως, μέσα στη γενικευμένη αγιογράφηση, χάθηκαν ορισμένες πτυχές που –αν μιλούσαμε για οποιονδήποτε άλλον– θα είχαν γίνει πρώτο θέμα.
Η τελευταία του επιθυμία για καύση, για παράδειγμα, πέρασε σχεδόν στα ψιλά, λες και δεν ταίριαζε στο αφήγημα που χτίστηκε γύρω από τον άνθρωπο και τον δημοσιογράφο. Αυτό το φαινόμενο της επιλεκτικής ευαισθησίας, μου προκαλεί εντύπωση.
Και εδώ, λέω: αν στη θέση του Παπαδάκη βρισκόταν κάποιος λιγότερο «προστατευμένος» από το σύστημα των μεγάλων μέσων, οι ίδιοι δημοσιογράφοι που τώρα τον θρηνούσαν θα τον είχαν «σταυρώσει» χωρίς δεύτερη σκέψη. Η αντιμετώπιση των προσώπων από τα ΜΜΕ δεν είναι ποτέ ουδέτερη· εξαρτάται από σχέσεις, συμφέροντα και δημόσιες εικόνες που έχουν χτιστεί με τα χρόνια.
Να πω και για το παράδοξο ταλέντο του Παπαδάκη: για 34 χρόνια, τρεις ώρες καθημερινά, μιλούσε ακατάπαυστα σε ρυθμό πολυβόλου χωρίς να λέει ουσιαστικά τίποτα. Κι όμως, αυτό το «τίποτα» κρατούσε τηλεθέαση, επηρέαζε κοινό και διαμόρφωνε ατζέντα. Αν αυτό δεν είναι προσόν, τότε τι είναι; Σε μια εποχή όπου η επικοινωνία συχνά υπερισχύει της ουσίας, ο Παπαδάκης υπήρξε ίσως ο πιο χαρακτηριστικός εκπρόσωπος αυτής της σχολής.

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΑΚΟΥΣΕΙ
Πάμε Γιδά. Γιατί σαν εδώ δεν υπάρχει πουθενά. Και αυτό δεν είναι σχήμα λόγου, ούτε τοπικισμός. Είναι η πραγματικότητα που –για κάποιον περίεργο λόγο– κανείς δεν λέει ανοιχτά. Αντίθετα, προσπαθούν να μας περάσουν άλλα πράγματα, να μας πείσουν ότι «δεν γίνεται», ότι «δεν είναι αρμοδιότητα του Δήμου», ότι «φταίει η Περιφέρεια», ότι «η κυβέρνηση δεν εγκρίνει». Πόσες φορές τα έχουμε ακούσει όλα αυτά; Άπειρες. Και κάθε φορά, η ίδια κασέτα: «Δεν μπορούμε, δεν είναι δικό μας θέμα, δεν περνάει από το χέρι μας». Μόνο που η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική.
Και όσο κι αν προσπαθούν να την κρύψουν, κάποια στιγμή η αλήθεια βγαίνει στην επιφάνεια. Γιατί η αλήθεια δεν χρειάζεται πολλά λόγια. Μια ερώτηση μόνο αρκεί: Γιατί κάτω στην Αθήνα, όταν μιλάνε για Ημαθία, υπάρχουν μόνο δύο Δήμοι; Βέροια και Νάουσα. Και η απάντηση δεν είναι ούτε περίπλοκη ούτε μυστική. Είναι απλή: όχι μόνο γιατί παίρνουν, αλλά γιατί ζητάνε. Γιατί διεκδικούν, πιέζουν, εμφανίζονται, απαιτούν. Γιατί έχουν παρουσία. Γιατί δεν περιμένουν να τους θυμηθεί κανείς – πάνε και χτυπάνε πόρτες. Και οι πόρτες ανοίγουν.

ΟΤΑΝ Ο ΔΗΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΟΡΑΤΟΣ, ΑΟΡΑΤΑ ΜΕΝΟΥΝ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ
Εδώ, όμως, τι γίνεται; Εδώ έχουμε μάθει να ακούμε δικαιολογίες. Να βλέπουμε φωτογραφίες από «συναντήσεις», «επισκέψεις», «επαφές», λες και η πολιτική είναι άλμπουμ αναμνήσεων. Πόσες φορές είδαμε δημοσιεύσεις με χαμόγελα, χειραψίες και λεζάντες του τύπου «συζητήσαμε σημαντικά θέματα»; Και μετά; Τι έμεινε; Ποιο έργο ήρθε; Ποια χρηματοδότηση εξασφαλίστηκε; Ποια αλλαγή έγινε; Η απάντηση είναι γνωστή: τίποτα. Γιατί άλλο είναι να πηγαίνεις στην Αθήνα για δουλειά και άλλο για φωτογραφίες. Άλλο είναι να διεκδικείς και άλλο να «περνάς μια βόλτα». Άλλο είναι να έχεις σχέδιο και άλλο να έχεις… άλμπουμ.
Και το χειρότερο; Όταν δεν γίνεται κάτι, αντί να πουν «δεν το ζητήσαμε», «δεν το παλέψαμε», «δεν το κυνηγήσαμε», πετάνε το μπαλάκι αλλού. Στην Περιφέρεια, στην Αντιπεριφέρεια, στην Κυβέρνηση, στον καιρό, στο σύμπαν. Μόνο που ο κόσμος δεν τρώει κουτόχορτο. Ξέρει πολύ καλά ότι όταν ένας Δήμος είναι αόρατος, αόρατα μένουν και τα προβλήματά του. Και όταν δεν διεκδικείς, δεν παίρνεις. Τόσο απλά.

Η ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΠΟΥ ΠΟΝΑΕΙ – ΑΛΛΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ
Ας το πούμε καθαρά: Βέροια και Νάουσα έχουν παρουσία στην Αθήνα. Ο Γιδάς όχι. Και αυτό δεν είναι θέμα μεγέθους, πληθυσμού ή ιστορίας. Είναι θέμα νοοτροπίας. Θέμα δουλειάς. Θέμα διεκδίκησης. Οι άλλοι Δήμοι πάνε οργανωμένοι. Με φακέλους, με προτάσεις, με μελέτες, με στόχους. Ξέρουν τι θέλουν και το ζητάνε. Και όταν το ζητάς, κάποια στιγμή το παίρνεις. Εδώ; Εδώ πάμε για να βγάλουμε φωτογραφίες. Για να δείξουμε ότι «πήγαμε». Για να γράψουμε μια ανάρτηση. Για να πούμε ότι «κάναμε επαφές».
Αλλά η πραγματική επαφή είναι μία: η επαφή με το αποτέλεσμα. Και το αποτέλεσμα λείπει. Λείπει από τα έργα, λείπει από τις χρηματοδοτήσεις, λείπει από τις υποδομές, λείπει από την καθημερινότητα. Και όσο λείπει, τόσο μεγαλώνει η απόσταση ανάμεσα σε εμάς και στους άλλους Δήμους. Μια απόσταση που δεν γεφυρώνεται με φωτογραφίες, αλλά με δουλειά. Με σχέδιο. Με διεκδίκηση. Και κυρίως, με παρουσία. Γιατί όταν δεν είσαι παρών, δεν σε υπολογίζει κανείς.

ΠΑΜΕ ΓΙΔΑ – Η ΩΡΑ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ Η ΝΟΟΤΡΟΠΙΑ
Το μήνυμα είναι απλό: Πάμε Γιδά. Γιατί σαν εδώ δεν υπάρχει πουθενά. Αλλά για να το πιστέψει και ο κόσμος, πρέπει πρώτα να το πιστέψουμε εμείς. Πρέπει να σταματήσουμε να δεχόμαστε δικαιολογίες. Να σταματήσουμε να ανεχόμαστε την αδράνεια. Να σταματήσουμε να χειροκροτούμε φωτογραφίες αντί για έργα. Ο τόπος αυτός έχει δυνατότητες. Έχει ανθρώπους. Έχει ιστορία. Έχει μέλλον. Αυτό που δεν έχει –και πρέπει επιτέλους να αποκτήσει– είναι φωνή. Μια φωνή που να ακούγεται στην Αθήνα. Μια φωνή που να διεκδικεί. Μια φωνή που να απαιτεί αυτά που δικαιούται.
Γιατί όταν δεν ζητάς, δεν παίρνεις. Και όταν δεν εμφανίζεσαι, δεν σε βλέπει κανείς. Ήρθε η ώρα να αλλάξει αυτό. Να σταματήσει ο Δήμος να λειτουργεί σαν θεατής και να γίνει πρωταγωνιστής. Να πάψει να κρύβεται πίσω από άλλους και να αναλάβει τον ρόλο που του αναλογεί. Ο κόσμος πρέπει να μάθει την αλήθεια. Και η αλήθεια είναι ότι ο Γιδάς μπορεί πολλά περισσότερα από αυτά που του επιτρέπουν να φαίνονται. Όχι για φωτογραφίες. Για αποτελέσματα. Γιατί σαν εδώ, πραγματικά, δεν υπάρχει πουθενά.

ΗΡΘΕ Η ΩΡΑ ΓΙΑ ΑΛΛΑΓΗ
Οπότε η ώρα για αλλαγή φτάνει, και δεν έρχεται ποτέ με τυμπανοκρουσίες. Έρχεται αθόρυβα, σαν εκείνο το αεράκι που δεν το βλέπεις αλλά το νιώθεις. Κάπως έτσι βρίσκεται σήμερα ο Δήμος: σε μια στιγμή που όλοι –και το τονίζω, όλοι– έχουν καταλάβει ότι τα πράγματα δεν πάνε άλλο. Ο κόσμος το έχει καταλάβει πρώτος. Το ζει, το αναπνέει, το κουβαλάει στην καθημερινότητά του. Και, το σημαντικότερο, το έχουν καταλάβει και αυτοί που πρέπει να πάρουν την τύχη του Δήμου στα χέρια τους. Γιατί, όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να πείσουν ότι «είναι νωρίς», η πραγματικότητα είναι αμείλικτη: ποτέ δεν είναι νωρίς όταν κάτι κινδυνεύει να χαθεί.
Η ανάγκη να σώσεις έναν τόπο δεν έχει ημερομηνία έναρξης. Δεν περιμένει εκλογές, δεν περιμένει συγκυρίες, δεν περιμένει «να ωριμάσουν οι συνθήκες». Και ειδικά σε εμάς, που δεν πνιγόμαστε ως Δήμος αλλά είμαστε ήδη πνιγμένοι, η αλλαγή δεν είναι επιλογή. Είναι υποχρέωση. Είναι μονόδρομος. Είναι η τελευταία ευκαιρία να σωθεί ό,τι σώζεται. Αυτό το έχουν αρχίσει να το αντιλαμβάνονται όσοι συναντιούνται πλέον ανοιχτά, σε κοινή θέα, και συζητούν για το μέλλον του τόπου. Και αυτό, από μόνο του, είναι ένα πρώτο βήμα. Μικρό, αλλά αναγκαίο.

Η ΟΜΠΡΕΛΑ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΡΑΤΑΕΙ ΕΝΑΣ
Όμως ας είμαστε ειλικρινείς. Δεν γίνεται να βρέχει και να υπάρχουν τρεις-τέσσερις άνθρωποι που κρατάνε μία μόνο ομπρέλα και προσπαθούν να μη βραχούν. Δεν γίνεται να παλεύει ο καθένας μόνος του, να τραβάει προς άλλη κατεύθυνση, να κάνει του κεφαλιού του. Την ομπρέλα πρέπει να την κρατάει ένας. Και όλοι οι υπόλοιποι να μπουν από κάτω. Αυτό δεν σημαίνει υποταγή. Δεν σημαίνει ότι κάποιος γίνεται «αρχηγός» και οι άλλοι «στρατιωτάκια». Σημαίνει ότι υπάρχει κοινή πορεία, κοινή στόχευση, κοινή λογική. Σημαίνει ότι ο τόπος μπαίνει πάνω από τα «εγώ».
Και για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους –όπως γίνεται σε όλες τις περιπτώσεις– όποιος δεν θέλει να μπει από κάτω, ας πάει στο καλό. Ας τραβήξει τον δρόμο του. Δεν γίνεται να γίνουν όλοι μούσκεμα για το καπρίτσιο του ενός. Δεν γίνεται να χαθεί μια ολόκληρη προσπάθεια επειδή κάποιος θέλει να νιώθει «ξεχωριστός». Ο Δήμος δεν είναι παιχνίδι. Δεν είναι προσωπικό project. Είναι ευθύνη. Και η ευθύνη απαιτεί ενότητα, όχι προσωπικές στρατηγικές. Γιατί από προσωπικά χορτάσαμε. Και τα αποτελέσματα τα είδαμε.

ΟΙ ΕΠΙΤΗΔΕΙΟΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟΥ
Και επειδή την ιστορία την ξέρουμε καλά, ας μιλήσουμε και για τους άλλους. Για εκείνους που πάντα εμφανίζονται όταν μυρίζονται αλλαγή. Τους επιτήδειους του παρασκηνίου. Αυτούς που προσπαθούν να παίξουν μπάλα πίσω από τις κουρτίνες, να διαδώσουν ότι «κάνουν κουμάντο», ότι «αυτοί κινούν τα νήματα», ότι «τίποτα δεν γίνεται χωρίς αυτούς». Αυτοί είναι που πρέπει να εξαφανιστούν μια και καλή. Όχι απλώς να παραμεριστούν. Να εξαφανιστούν.
Γιατί δεν υπάρχει τίποτα πιο τοξικό από ανθρώπους που δεν έχουν προσφέρει τίποτα, αλλά θέλουν να καθορίζουν τα πάντα. Είναι οι ίδιοι που στις κρίσιμες στιγμές κρύβονται. Που δεν βάζουν πλάτη. Που δεν αναλαμβάνουν ευθύνη. Που δεν εκτίθενται. Αλλά όταν έρθει η ώρα να μοιραστούν τα οφέλη, εμφανίζονται πρώτοι. Αν θέλουμε πραγματική αλλαγή, αυτοί πρέπει να μείνουν εκτός. Γιατί η αλλαγή δεν χτίζεται με ψιθύρους, αλλά με καθαρές κουβέντες. Δεν χτίζεται με παρασκήνιο, αλλά με φως. Δεν χτίζεται με «παίκτες», αλλά με ανθρώπους που αγαπούν τον τόπο και όχι την καρέκλα.

ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΠΟΥ ΕΡΧΟΝΤΑΙ – ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΥΜΠΑΡΙΕΣ ΠΟΥ ΘΑ ΧΑΛΑΣΟΥΝ
Κλείνω με κάτι που μου είπε ένας φίλος. Στις προηγούμενες εκλογές, μου λέει, χάλασαν φιλίες. Στις επόμενες που έρχονται, θα χαλάσουν κουμπαριές. Και ξέρεις κάτι; Έχει δίκιο. Γιατί όταν ένας τόπος φτάνει στο σημείο που έχει φτάσει ο δικός μας, δεν χωράνε πια «χατίρια». Δεν χωράνε «να μη στεναχωρήσουμε τον τάδε». Δεν χωράνε «να μην τα χαλάσουμε με τον δείνα». Ήρθε η ώρα να σωθεί ό,τι σώζεται. Και αυτό δεν γίνεται με ημίμετρα. Δεν γίνεται με συμβιβασμούς. Δεν γίνεται με «να τα έχουμε καλά με όλους».
Γίνεται μόνο με καθαρές αποφάσεις. Με ανθρώπους που μπαίνουν μπροστά. Με ενότητα, αλλά και με ξεκαθάρισμα. Ο κόσμος το έχει καταλάβει. Το νιώθει. Το ζητάει. Και αυτοί που πρέπει να πάρουν την τύχη του Δήμου στα χέρια τους, το έχουν καταλάβει επίσης. Τώρα μένει να το αποδείξουν. Γιατί η αλλαγή δεν έρχεται από μόνη της. Την φέρνουν άνθρωποι. Και ο τόπος μας, περισσότερο από ποτέ, χρειάζεται ανθρώπους που δεν φοβούνται να βραχούν – αλλά ξέρουν να κρατούν την ομπρέλα σωστά. Τώρα για τις κουμπαριές τι να κάνουμε. Αν ό άλλος βάζει πάνω από τον πνευματικό πατέρα του παιδιού του κάποιον που γνωρισε στην πορεία, τα λόγια περισσεύουν. Τόσα και τόσα είδαμε σε αυτό θα κολλήσουμε;
Ο Αντιδήμαρχος
























































