«Με ποιανού το μέρος είσαι;»
Πάμε να δούμε τι είχαμε αυτή την εβδομάδα, γιατί η προηγούμενη είχε τόσες παραξενιές που ούτε ο πιο έμπειρος παρατηρητής της τοπικής ζωής δεν θα μπορούσε να τις χωνέψει. Κι εκεί που λες «εντάξει, τα είδα όλα», έρχεται η πραγματικότητα και σου θυμίζει ότι η πολιτική — ειδικά η δική μας, η τοπική — έχει δικό της σύμπαν, δικούς της κανόνες και δική της… βαρύτητα.
Τι σας είπα; Όσοι ασχολούνται με την πολιτική είναι όλοι ίδιοι. Ίδιο ύφος, ίδια καχυποψία, ίδια βιασύνη να σε βάλουν σε κουτάκι. Δεν προλαβαίνεις να πεις αυτά που βλέπει ο κοινός θνητός — αυτά που είναι μπροστά στα μάτια όλων — κι αμέσως σε κατατάσσουν. «Α, άρα είσαι με τον έναν». «Όχι, μάλλον είσαι με τον άλλον».
Λες και για να σχολιάσεις μια λακούβα πρέπει να έχεις κομματική ταυτότητα, και για να πεις ότι κάτι δεν πάει καλά πρέπει να έχεις πάρει γραμμή από κάπου. Η λογική έχει πάει περίπατο, και στη θέση της έχει μείνει μια μόνιμη καχυποψία που πλανάται πάνω από την πόλη σαν σύννεφο που δεν λέει να φύγει. Και μέσα σε όλο αυτό το κλίμα, η καθημερινότητα συνεχίζει να τρίζει. Τα προβλήματα είναι εκεί, ολοζώντανα, αλλά αντί να τα δούμε κατάματα, ψάχνουμε να βρούμε «με ποιανού το μέρος είσαι». Λες και αυτό θα φτιάξει δρόμους, θα καθαρίσει πλατείες ή θα λύσει όσα χρονίζουν. Αυτή ήταν η εβδομάδα μας: Μια πόλη που ζητάει λύσεις και μια κοινωνία που προσπαθεί να μιλήσει, αλλά κάθε φορά που ανοίγει το στόμα της, κάποιος σπεύδει να τη βάλει σε στρατόπεδο. Κι έτσι, αντί να προχωράμε, απλώς… μετράμε στρατόπεδα.

«Μπλέξαμε με λακαμάδες…»
Είναι που λένε «μπλέξαμε με λακαμάδες» και η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά. Κι αν η προηγούμενη εβδομάδα είχε παραξενιές, αυτή εδώ έφερε το… sequel. Γιατί δεν φτάνει που η τοπική πολιτική σκηνή έχει γίνει σαν παλιό ελληνικό σίριαλ, τώρα έχουμε και τους ειδικούς της παρεξήγησης, αυτούς που διαβάζουν μια φράση και καταλαβαίνουν ό,τι τους βολεύει. Ο άλλος, μέχρι προχθές, υποστήριζε τον ακατανόμαστο με πάθος. Έδινε μάχες στα καφενεία, στα social, στα τραπέζια. Κι εκεί που λες «εντάξει, αυτός έχει πάρει θέση και δεν αλλάζει», διαβάζει μια στήλη του Αντιδημάρχου και ξαφνικά… φωτίζεται. Αλλά όχι με την καλή έννοια. Καταλαβαίνει αυτά που θέλει να καταλάβει, αυτά που τον βολεύουν, αυτά που ταιριάζουν στο αφήγημά του.
Και ξεκινάει να λέει διάφορα, λες και του χρωστάει κανείς εξηγήσεις. Σου λέει: «Αν είναι όλοι ίδιοι, δεν αξίζει τον κόπο να είσαι με κανέναν». Κι εκεί είναι που καταλαβαίνεις ότι δεν έχουμε απλώς πολιτική σύγχυση. Έχουμε ολόκληρη σχολή παρερμηνείας. Γιατί άλλο να λες ότι όλοι έχουν τις ίδιες κακές συνήθειες, κι άλλο να το χρησιμοποιεί ο άλλος ως δικαιολογία για να μην βλέπει τίποτα, να μην ακούει τίποτα και να μην φταίει ποτέ κανείς. Και κάπως έτσι, η εβδομάδα κλείνει με το κλασικό τοπικό φαινόμενο: Άνθρωποι που δεν καταλαβαίνουν τι διαβάζουν, αλλά σχολιάζουν σαν να έγραψαν οι ίδιοι το κείμενο. Άνθρωποι που αλλάζουν στρατόπεδο ανάλογα με το ποιος τους πείραξε στο messenger. Και μια κοινωνία που προσπαθεί να μιλήσει λογικά, αλλά κάθε φορά πέφτει πάνω σε έναν «λακαμά» που νομίζει ότι ανακάλυψε την αλήθεια. Κι έτσι, αντί να λύσουμε προβλήματα, απλώς… εξηγούμε τα αυτονόητα. Ξανά και ξανά.

«Πάμε να τα εξηγήσουμε… μπας και καταλάβουν»
Πάμε λοιπόν να τα εξηγήσουμε, μπας και τα καταλάβουν, γιατί εδώ έχουμε να κάνουμε με… πρωτάκια δημοτικού. Και μάλιστα όχι τα χαριτωμένα, τα ζωηρά. Τα άλλα, τα «παπαγαλάκια» που κάθονται στα καφενεία και επαναλαμβάνουν ό,τι διαβάζουν στη στήλη, χωρίς να έχουν καταλάβει ούτε λέξη. Τους βλέπεις να κουνάνε το κεφάλι με σοβαρότητα, να παίρνουν ύφος «αναλυτή», κι αν τους ρωτήσεις τι ακριβώς διάβασαν, σου απαντούν με εκείνο το κλασικό: «Ε… κάτι είπε… κάτι εννοούσε… ξέρεις τώρα». Όχι, δεν ξέρω. Και ούτε αυτοί ξέρουν. Δέκα άτομα διαβάζουν το ίδιο κείμενο και καταλαβαίνουν δέκα διαφορετικά πράγματα. Ο ένας νομίζει ότι μιλάμε για τον δήμαρχο, ο άλλος ότι φωτογραφίζουμε τον αντιδήμαρχο, ο τρίτος ότι υπονοούμε τον ξάδερφο του κουμπάρου του γείτονα.
Και μετά αρχίζει το πανηγύρι: τα τηλέφωνα. Σαν τις γκομενικές κουβέντες της δεκαετίας του ’90. «Εσύ τι κατάλαβες;» «Εγώ άλλο κατάλαβα». «Μήπως εννοεί αυτό;» «Μήπως εννοεί εκείνο;» Και όσο μιλάνε, τόσο μπερδεύονται. Μόλις κλείνουν τα τηλέφωνα, είναι πιο χαμένοι από πριν. Σαν να έδωσαν διαγώνισμα και να έγραψαν όλοι… διαφορετικό μάθημα. Κι εκεί είναι που λες: Θα είχε πολλή πλάκα να μπορούσαμε να ακούμε τι λένε μεταξύ τους. Θα έπεφτε ΤΟ γέλιο. Όχι απλό γέλιο. Γέλιο με δάκρυ, με χτυπήματα στο τραπέζι, με εκείνο το «δεν μπορεί, δεν γίνεται, δεν είναι αλήθεια αυτό που άκουσα». Αλλά τι να κάνεις; Όταν έχεις να κάνεις με ανθρώπους που διαβάζουν με τα μάτια αλλά καταλαβαίνουν με… φαντασία, το αποτέλεσμα είναι πάντα το ίδιο: Μπερδεμένοι, φωνακλάδες και σίγουροι ότι μόνο αυτοί «έπιασαν το νόημα». Κι εμείς εδώ, να εξηγούμε τα αυτονόητα. Για άλλη μια εβδομάδα.

«Τριάντα χρόνια οι ίδιοι και οι ίδιοι…»
Να πούμε λοιπόν και το αυτονόητο, μπας και κάποια στιγμή το εμπεδώσουν. Όσοι ασχολούνται με την πολιτική τα τελευταία τριάντα χρόνια — μπορεί και παραπάνω — είναι τα ίδια πρόσωπα. Οι ίδιοι που μας κουνάνε το δάχτυλο από το 2000, οι ίδιοι που εμφανίζονται σε κάθε εκλογή σαν να τους κάλεσε η μοίρα προσωπικά. Άλλοι από συνήθεια, άλλοι από μεράκι, άλλοι από… επαγγελματικό βίτσιο. Αλλά το αποτέλεσμα ίδιο: μια πολιτική σκηνή που μοιάζει με παλιά φωτογραφία. Ξεθωριασμένη, αλλά πάντα η ίδια. Και σε αυτή την περίπτωση, υπάρχουν δύο πράγματα που πρέπει να ειπωθούν ξεκάθαρα.
Πρώτον: αφού αυτοί που ασχολούνται είναι συγκεκριμένοι, είτε γιατί το γουστάρουν είτε γιατί τους βολεύει, δεν μπορεί κανένας να μπαίνει στη λογική «εγώ δεν θέλω τον τάδε, δεν τον γουστάρω, δεν τον θέλω μαζί μας». Αυτά είναι πολυτέλειες για κοινωνίες που έχουν λύσει τα προβλήματά τους. Εμείς εδώ παλεύουμε ακόμα με τα βασικά. Δεύτερον: το έχουμε ξαναπεί — και δεν χρειάζεται να το επαναλαμβάνουμε κάθε εβδομάδα — ότι είναι πολυτέλεια να αποκλείεις άτομα μόνο και μόνο για έναν εγωισμό. Όταν έχεις να διαχειριστείς μια πόλη, μια καθημερινότητα που τρίζει, μια κοινωνία που ζητάει λύσεις, δεν μπορείς να κάνεις επιλογές με βάση το ποιος σου είναι συμπαθής και ποιος όχι. Δεν είναι καφενείο, είναι διοίκηση. Αλλά τι να κάνεις; Εδώ κάποιοι νομίζουν ότι η πολιτική είναι προσωπικό reality. Κι έτσι, αντί να μαζεύουμε δυνάμεις, μαζεύουμε… εγωισμούς. Και μετά αναρωτιούνται γιατί είμαστε τριάντα χρόνια με τους ίδιους.

«Και γιατί δεν πάμε εμείς;»
Και το άλλο που πρέπει να συμπληρώσουμε — γιατί άμα δεν τα πούμε εμείς, δεν θα τα πει κανείς — είναι το εξής: Αφού εμάς τους υπόλοιπους δεν μας αρέσουν αυτοί που διοικούν, αφού γκρινιάζουμε, σχολιάζουμε, αγανακτούμε και λέμε ότι «δεν κάνουν», τότε γιατί δεν πάμε εμείς να ασχοληθούμε με τον δήμο; Να τον σώσουμε, να τον στρώσουμε, να τον κάνουμε όπως πρέπει; Εδώ σε θέλω. Γιατί μόλις πέσει η ιδέα στο τραπέζι, ακούς το πιο ειλικρινές πράγμα που έχει ειπωθεί ποτέ: «Ποιος λογικός άνθρωπος αφήνει τη δουλειά του για να ασχοληθεί με ένα πράγμα που δεν συμμαζεύεται;»
Και κάπου εκεί τελειώνει η κουβέντα. Γιατί, ας μην κοροϊδευόμαστε: ο δήμος, από όπου κι αν τον πιάσεις, θέλει γερό στομάχι. Θέλει υπομονή, θέλει νεύρα από ατσάλι, θέλει να αντέχεις να ακούς τον καθένα να σου λέει το μακρύ του και το κοντό του. Θέλει να αντέχεις τα «γιατί δεν το έκανες έτσι;», τα «εγώ θα το έκανα καλύτερα», τα «μα πού ζείτε;». Και θέλει και κάτι άλλο: να μην περιμένεις ευχαριστώ. Γιατί εδώ ούτε το «μπράβο» δεν το δίνουν εύκολα. Το «φταις» όμως το έχουν έτοιμο από το πρωί. Και κάπως έτσι, η πόλη μένει με τους ίδιους. Γιατί οι άλλοι — οι «λογικοί» — κοιτάνε τη δουλειά τους. Και πολύ καλά κάνουν.

«Σεμινάρια, στελέχη… και μια εμφάνιση που σε στέλνει για εγκεφαλικό»
Τέλος το μάθημα για σήμερα. Πάμε παρακάτω, στα φρέσκα, γιατί η επικαιρότητα δεν μας αφήνει να πάρουμε ανάσα. Η Νέα Δημοκρατία κάνει σεμινάριο στελεχών στη Θεσσαλονίκη — καραμπαμ ότι ετοιμάζεται για εκλογές, δεν χρειάζεται καν να το πει. Το βλέπεις από μακριά: μαζεύονται στελέχη από περιφέρειες, από ΔΕΕΠ, από τοπικές οργανώσεις, όλοι με το ύφος «πάμε για πόλεμο». Και εκεί που λες «εντάξει, λογικό, κομματικό σεμινάριο είναι, θα δεις κομματικά στελέχη», ξαφνικά… πας για εγκεφαλικό. Γιατί ανάμεσα σε όλους αυτούς, βλέπεις δήμαρχο.
Όχι έναν τυχαίο δήμαρχο. Έναν που είναι στη διοίκηση δεκαπέντε χρόνια. Δεκαπέντε. Μιάμιση δεκαετία. Τρεις κυβερνήσεις, τέσσερις κρίσεις, πέντε μνημόνια, κι αυτός εκεί. Σταθερός. Αμετακίνητος. Σαν κολόνα της ΔΕΗ. Και ρωτάς εύλογα:Τι δουλειά έχει ένας δήμαρχος δεκαπενταετίας σε σεμινάριο στελεχών; Τι ακριβώς πάει να μάθει; Πώς να διοικεί; Το ξέρει ήδη — το κάνει χρόνια. Πώς να εκλέγεται; Το ξέρει καλύτερα κι από τους εισηγητές. Πώς να επιβιώνει πολιτικά; Ε, αυτό το διδάσκει κιόλας. Αλλά όχι. Εκεί. Παρών. Σαν να είναι πρωτοετής.

«Όταν η καρέκλα τρίζει… τρέχεις στα σεμινάρια»
Θα σας πω εγώ γιατί πήγε. Γιατί όπως κάνει μπαμ ότι η ΝΔ ετοιμάζεται για εκλογές, άλλο τόσο κάνει θόρυβο και η καρέκλα του συγκεκριμένου που τρίζει. Δεν χρειάζεται να είσαι πολιτικός αναλυτής· αρκεί να έχεις αυτιά. Φαίνεται πως έχει καταλάβει μια χαρά ότι το μέλλον του δεν είναι και τόσο φωτεινό, οπότε τρέχει να σώσει ό,τι σώζεται. Κλασική κίνηση πανικού: όταν δεν ξέρεις τι να κάνεις, πας σε σεμινάρια. Μην τυχόν και μάθεις κάτι που θα έπρεπε να ξέρεις εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Εγώ δεν θα πω ότι είναι πολύ αργά. Θα πω όμως κάτι άλλο: Αντί να τρέχει σε αίθουσες ξενοδοχείων και να ακούει θεωρίες, ας βγει στον δρόμο. Με χαρτί και μολύβι. Κυριολεκτικά. Να αρχίσει να καταγράφει αυτά που θα του πει ο κόσμος. Όχι αυτά που νομίζει ότι θέλει ο κόσμος. Αυτά που πραγματικά ζει ο κόσμος.
Γιατί εκεί έξω, στις γειτονιές, στα μαγαζιά, στα χωριά, υπάρχει μια πραγματικότητα που δεν χωράει σε ενημερώσεις ψεύτικες. Αν καταφέρει μέσα σε δυόμισι χρόνια να συμμαζέψει ό,τι μπορεί, έχει καλώς. Αν δείξει δουλειά, αν αφήσει κάτι πίσω του, αν αποδείξει ότι δεν ήταν απλώς «ο δήμαρχος της καρέκλας», τότε ναι, ίσως να έχει μια ευκαιρία. Αν όμως συνεχίσει να πηγαίνει απλώς σε σεμινάρια, να βγάζει φωτογραφίες και να νομίζει ότι τα δυόμισι χρόνια είναι «πολλά», όπως λένε και κάποιοι άλλοι για τις εκλογές… τότε υπογράφει μόνος του το τέλος. Χωρίς καν να του το ζητήσει κανείς. Και το χειρότερο; Ούτε που θα καταλάβει πότε έγινε. Και πάλι καλά που δεν πήρε κανένα ποδήλατο στην ποδηλατοβόλτα και να κάνει ορθοπεταλιές, για να δείξει...τι να δείξει. Ούτε αυτός ξέρει.

«Η Αγία Τριάδα στη Βεργίνα… και το θαύμα που δεν έγινε»
Βέβαια, πριν πάει στο σεμινάριο, πρόλαβε να κάνει και μια στάση στη Βεργίνα. Γιατί; Για να δει από κοντά τις Αλεξανδρινές Φωνές. Όχι μόνος του, φυσικά. Πήρε μαζί και τα δύο… αυτοκολλητάκια. Γιατί η «Αγία Τριάδα» δεν μπορεί να κυκλοφορεί χωριστά. Πάνε πακέτο. Σαν προσφορά σούπερ μάρκετ: «Παίρνεις τον έναν, παίρνεις δώρο και τους άλλους δύο». Αλλά αυτό δεν είναι το παράξενο. Το παράξενο είναι αυτό που πήγαν να δουν. Πήγαν να δουν κάτι που οι ίδιοι διέλυσαν. Κάτι που πολέμησαν, υποτίμησαν, απαξίωσαν και τελικά το άφησαν να διαλυθεί σαν χάρτινος πύργος. Και τώρα, εκτός Γιδά, αυτούς τους άλλους τους καλούν — έστω και ως ιδιώτες — γιατί φαίνεται πως αναγνωρίζουν το έργο τους. Το έργο που εδώ το έθαψαν, αλλά αλλού το τιμούν.
Μιλάμε, φυσικά, για τις Αλεξανδρινές Φωνές. Το καμάρι της πόλης που κάποιοι το είδαν σαν βάρος. Το σύνολο που έδινε κύρος, πολιτισμό, εξωστρέφεια — και που κάποιοι το αντιμετώπισαν σαν… χόμπι τρίτης κατηγορίας. Και τώρα; Τώρα τρέχουν στη Βεργίνα να βγουν φωτογραφίες, να δείξουν παρουσία, να πουν «ήμασταν κι εμείς εκεί». Να καρπωθούν λίγη από τη λάμψη που οι ίδιοι έσβησαν εδώ. Αν δεν το έβλεπες με τα μάτια σου, θα έλεγες ότι είναι σενάριο κωμωδίας. Αλλά όχι. Είναι απλώς η καθημερινότητα της τοπικής πολιτικής: Να διαλύεις κάτι στον τόπο σου και να το χειροκροτάς όταν το τιμούν αλλού. Και μετά αναρωτιούνται γιατί τρίζει η καρέκλα. Μα πώς να μην τρίζει;Όταν πας να δεις το έργο που εσύ ο ίδιος κατέστρεψες, η καρέκλα δεν τρίζει. Βρυχάται.

«Το χειροκρότημα που δεν είδαμε… αλλά όλοι φανταζόμαστε»
Και για να σας πω την αλήθεια, μια περιέργεια την είχα. Γιατί από το σημείο που καθόμουν δεν μπορούσα να δω. Όταν τελείωναν τα τραγούδια τους οι Αλεξανδρινές Φωνές, τους χειροκροτούσαν άραγε; Τους έδιναν συγχαρητήρια; Ή απλώς έκαναν αυτό το αμήχανο «χτύπημα παλάμης» που κάνουν όσοι δεν ξέρουν αν πρέπει να χαρούν ή να κρυφτούν κάτω από την καρέκλα; Και πάμε στο καλύτερο: Τη μαέστρο. Αυτή που στο δημοτικό συμβούλιο της είπαν το αμίμητο: «Αν θες τα λεφτά σου, πήγαινε δικαστικά». Την ίδια που πριν την είχαν βάλει να κόβει τιμολόγια στο όνομά της — λες και ήταν υπάλληλος της ΔΟΥ — και όταν ήρθε η ώρα να πληρωθεί, της είπαν το άλλο αμίμητο: «Δεν κατάλαβες καλά τι σου λέγαμε». Κλασικό. Το manual της μικροπολιτικής.
Και τώρα; Τώρα στη Βεργίνα, μπροστά σε κόσμο, μπροστά σε φώτα, μπροστά σε χειροκροτήματα, της έδωσαν το χέρι; Την συγχάρηκαν; Της είπαν «μπράβο»; Ή μήπως έκαναν ότι δεν τη βλέπουν, όπως κάνουν εδώ όταν περνάει από δίπλα τους; Αν το έκαναν, τότε μιλάμε για θέατρο υψηλού επιπέδου. Αν δεν το έκαναν, τότε μιλάμε για συνέπεια — τη μόνη συνέπεια που έχουν δείξει ποτέ. Γιατί υπάρχει μια ειρωνεία εδώ που δεν μπορείς να την αγνοήσεις: Αυτοί που διέλυσαν τις Αλεξανδρινές Φωνές, τρέχουν τώρα να τις χειροκροτήσουν όταν τις τιμούν αλλού. Εκεί που δεν μπορούν να τις αγγίξουν, που δεν μπορούν να τις μικρύνουν, που φαίνεται καθαρά τι ήταν και τι θα μπορούσαν να είναι… αν δεν είχαν πέσει στα χέρια τους. Και κάπως έτσι, η ιστορία γράφεται με νότες. Άλλοι τις τραγουδούν. Άλλοι τις χειροκροτούν. Και άλλοι… απλώς εκτίθενται.

«Στερέψαν τα λόγια… και το θράσος ξεχείλισε»
Θα μου πεις… εδώ ήρθε στη Βεργίνα ολόκληρη χορωδία από το Ντάλλας, ταξίδι υπερατλαντικό, με κόστος, με οργάνωση, με πρόγραμμα. Και οι δικοί μας; Για να ταξιδέψουν τριάντα χιλιόμετρα, έψαχναν να βρουν λεωφορείο. Τριάντα. Ούτε καν μια ώρα δρόμος. Κι ευτυχώς βρέθηκε η Περιφέρεια και τους μετέφερε, γιατί αν περίμεναν από τον Δήμο… ακόμα θα κοιτούσαν τον χάρτη. Κι όμως, ρε φίλε. Χωρίς ντροπή, χωρίς αιδώ, χωρίς ίχνος αυτογνωσίας, πήγαν και κάθισαν στην πρώτη σειρά. Σαν να ήταν οι επίσημοι προσκεκλημένοι, οι χορηγοί, οι άνθρωποι που στήριξαν το σύνολο. Σαν να μην ήταν αυτοί που το άφησαν να διαλυθεί, σαν να μην ήταν αυτοί που το απαξίωσαν, σαν να μην ήταν αυτοί που έδιωξαν ανθρώπους που δούλευαν με ψυχή. Είναι αυτό που λένε: στερέψαν τα λόγια.
Γιατί τι να πεις όταν βλέπεις τέτοιο θέατρο; Τι να σχολιάσεις όταν αυτοί που δεν έδωσαν ούτε ένα ευρώ για να στηρίξουν τις Αλεξανδρινές Φωνές, τώρα τρέχουν να φωτογραφηθούν μπροστά τους; Τι να πεις όταν αυτοί που δεν μπορούσαν να βρουν λεωφορείο για 30 χιλιόμετρα, κάθονται στην πρώτη σειρά λες και έφεραν τη χορωδία από την Αμερική με δικά τους έξοδα; Και το χειρότερο; Δεν καταλαβαίνουν καν πόσο εκτίθενται, πόσο γελοιοποιούνται. Δεν βλέπουν ότι ο κόσμος τους έχει πάρει χαμπάρι. Αλλά έτσι είναι. Όταν έχεις μάθει να πορεύεσαι με θράσος αντί για έργο, η πρώτη σειρά είναι πάντα διαθέσιμη. Η αξιοπρέπεια όμως… όχι.

«Και μετά σου λένε ότι όλα πάνε καλά…»
Και με όλα αυτά, δεν είναι καθόλου παράξενο κι αυτό που έγινε μέσα στην εβδομάδα. Με μισόλογα τα έμαθα — αλλά, όπως ξέρετε, στα μισόλογα κρύβονται οι μεγάλες αλήθειες. Κι όταν αρχίζουν να κυκλοφορούν τέτοια, κάτι βράζει. Κάτι δεν πάει καλά. Κάτι τρίζει πιο πολύ κι από την καρέκλα του δημάρχου. Γιατί αν φτάνουμε στο σημείο, στο παρατσάφ, να μην παίζουν ξύλο αντιδήμαρχοι μεταξύ τους, τότε ναι, έχουμε θέμα. Και δεν μιλάμε για διαφωνίες, για φωνές, για «άστο, θα τα πούμε μετά». Μιλάμε για κατάσταση που θυμίζει διάλειμμα σε σχολείο, όχι δημοτική διοίκηση. Αντιδήμαρχοι, άνθρωποι που υποτίθεται ότι διοικούν, να είναι ένα βήμα πριν το… «βγες έξω να το λύσουμε». Και ο μεγάλος πάντα μπλεγμένος. Κάτι για μπαμπάδες που προστατεύουν μόνο τα παιδιά που θέλουν, κάτι θα σας μαμήσω και τους δύο κι άλλα τέτοια χαριτωμένα ακούστηκαν.
Εγώ σας το υπογράφω από τώρα: μέχρι να γίνουν εκλογές, θα γίνει κι αυτό. Κάποιοι θα δαρθούν μεταξύ τους. Όχι μεταφορικά. Κυριολεκτικά. Γιατί όταν έχεις μια διοίκηση που λειτουργεί με κουτσομπολιό, εγωισμούς, κλίκες και προσωπικά απωθημένα, το τέλος είναι πάντα το ίδιο: Στο τέλος δεν αντέχουν ούτε ο ένας τον άλλον. Και τότε;Τότε δεν τους γλιτώνουν ούτε μισόλογα, ούτε δικαιολογίες, ούτε «παρεξήγηση ήταν». Τίποτα. Θα βγουν όλα στη φόρα. Θα ακουστούν αυτά που τόσα χρόνια ψιθυρίζονται. Και θα καταλάβει ο κόσμος ότι το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ η αντιπολίτευση, ούτε οι πολίτες, ούτε τα έργα. Το πρόβλημα ήταν — και είναι — οι ίδιοι μεταξύ τους. Και κάπως έτσι, η εβδομάδα κλείνει με μια διαπίστωση: Όταν μια διοίκηση τρώει τα σωθικά της, δεν χρειάζεται αντίπαλο. Χάνει μόνη της.

«Το κολυμβητήριο… και το αιώνιο θαύμα που δεν έρχεται»
Και το κλείνουμε για σήμερα με μια ερώτηση που έχει όλος ο κόσμος. Μια ερώτηση που ακούγεται παντού: στα καφενεία, στα γήπεδα, στα μαγαζιά, στα μηνύματα. Το κολυμβητήριο πότε θα ανοίξει; Γιατί στα Γιαννιτσά είναι έτοιμο. Στον Κολινδρό είναι έτοιμο. Σε όποιον δήμο υπάρχει κολυμβητήριο, το έχουν φτιάξει, το έχουν προετοιμάσει, κάποιοι μάλιστα ήδη υποδέχονται κόσμο. Κι εδώ; Εδώ περιμένουμε το… θαύμα. Αλλά ξέχασα: τα θαύματα θέλουν δουλειά. Κι αυτό είναι πρόβλημα. Μπορεί να μας πει κάποιος πότε θα γίνει το θαύμα; Πότε θα ανοίξει; Πότε θα δούμε νερό στην πισίνα και όχι… αράχνες; Πότε θα σταματήσει αυτή η κοροϊδία που επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο σαν κακή παράδοση; Αλλά όχι. Έχουμε, λέει, πιο σοβαρά πράγματα να ασχοληθούμε.
Καλοκαίρι είναι, συναυλίες έρχονται, φωτογραφίες θα βγουν, χέρια θα σηκωθούν, χαμόγελα θα μοιραστούν. Σιγά μην ασχοληθούμε με το κολυμβητήριο. Σιγά μην τρέξουμε να προλάβουμε. Σιγά μην κάνουμε αυτό που κάνουν όλοι οι άλλοι δήμοι. Αυτοί μου φαίνεται έγιναν σαν τους δικηγόρους: Για να σηκωθούν από την καρέκλα, πρέπει να υπάρχει συμφέρον. Αν δεν υπάρχει, μένουν εκεί. Και το κολυμβητήριο… ας περιμένει. Όπως περιμένει κάθε χρόνο. Όπως περιμένει κάθε δημότης που θέλει να κάνει ένα μπάνιο χωρίς να χρειάζεται να ταξιδέψει σε άλλον δήμο. Και μετά αναρωτιούνται γιατί ο κόσμος αγανακτεί. Μα όταν το αυτονόητο γίνεται πολυτέλεια, τι περιμένεις; Αυτά για σήμερα. Και του χρόνου — με το καλό — να ρωτάμε πάλι το ίδιο.
Ο Αντιδήμαρχος


























































