Ο Γιδάς σήμερα έχει την τιμητική του, αλλά πριν μπούμε στα… γεωγραφικά, ας κάνουμε μια μικρή στάση σε ένα άλλο ζήτημα: ανθρώπους και γαϊδούρια. Δύο είδη που κυκλοφορούν άφθονα στη χώρα, συχνά μάλιστα στο ίδιο τετραγωνικό, αλλά με εντυπωσιακές διαφορές – και μερικές ανησυχητικές ομοιότητες.

Οι άνθρωποι, θεωρητικά, διαθέτουν λογική, κρίση, συναισθήματα και μια κάποια ικανότητα να μην πέφτουν στο ίδιο λάκκο δύο φορές. Τα γαϊδούρια, από την άλλη, έχουν σταθερότητα, υπομονή, αξιοπρέπεια και μια αξιοθαύμαστη συνέπεια: αν δεν θέλουν να πάνε κάπου, δεν πάνε. Τελεία. Χωρίς δικαιολογίες, χωρίς αναλύσεις, χωρίς «θα δούμε».Και κάπου εδώ αρχίζουν οι ομοιότητες.

Γιατί και ο άνθρωπος, όταν δεν θέλει να κάνει κάτι, βρίσκει χίλιους τρόπους να μην το κάνει. Απλώς αντί να σταθεί ακίνητος όπως το γαϊδούρι, κάθεται και εξηγεί επί μισή ώρα γιατί «δεν γίνεται σήμερα». Το ζώο είναι τίμιο: δεν κουνιέται. Ο άνθρωπος είναι δημιουργικός: δεν κουνιέται, αλλά το ντύνει με αφήγημα. Όσο για την αξία; Τα γαϊδούρια κουβαλούν φορτία, δουλεύουν αθόρυβα και δεν ζητούν τίποτα. Οι άνθρωποι κουβαλούν… άποψη. Πολλή άποψη. Και συνήθως το φορτίο το αφήνουν σε άλλους. Άρα ποιο είδος έχει μεγαλύτερη αξία; Ας το πούμε κομψά: αν ο Γιδάς γέμιζε με περισσότερα γαϊδούρια και λιγότερους ανθρώπους-γαϊδάρους, θα ήταν ακόμα πιο μαγικός τόπος.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΕ ΧΤΥΠΑΕΙ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΟΝΑΣ

Ένα γαϊδούρι, αν δει άλλο γαϊδούρι πεσμένο, έχει δύο βασικές αντιδράσεις: ή θα σταθεί δίπλα του μέχρι να σηκωθεί, ή θα το κοιτάξει με εκείνο το βλέμμα «τι έκανες πάλι, ρε φίλε;» και θα περιμένει. Δεν θα το κλωτσήσει, δεν θα το ειρωνευτεί, δεν θα το τελειώσει. Τα ζώα έχουν μια περίεργη αξιοπρέπεια: δεν χτυπάνε το αδύναμο. Το αφήνουν να συνέλθει. Ή απλώς συνεχίζουν τον δρόμο τους χωρίς να το κάνουν χειρότερα. Οι άνθρωποι τώρα… εκεί αρχίζει το ενδιαφέρον. Αν πέσει κάποιος, θα υπάρξουν τρεις κατηγορίες: η πρώτη θα τρέξει να βοηθήσει, πραγματικά και χωρίς δεύτερη σκέψη. Η δεύτερη θα κοιτάξει, θα σχολιάσει, θα βγάλει συμπέρασμα, θα κάνει ανάλυση τύπου «εγώ τα έλεγα».

Και η τρίτη – η πιο θορυβώδης – όχι μόνο δεν θα βοηθήσει, αλλά θα δώσει και μια «ψυχική κλωτσιά» για να πάει πιο πέρα. Με λόγια, με ειρωνεία, με χαμόγελο που στάζει χολή. Γιατί ο άνθρωπος, σε αντίθεση με το γαϊδούρι, έχει την ικανότητα να χτυπάει εκεί που πονάς περισσότερο: στο μυαλό. Άρα ποιο είδος είναι πιο τίμιο;Το ζώο. Γιατί δεν παριστάνει τίποτα. Δεν κρύβεται. Δεν προσποιείται. Ο άνθρωπος μπορεί να γίνει άγγελος ή μπορεί να γίνει κλωτσιά. Και κάπως έτσι, ο Γιδάς σήμερα έχει την τιμητική του. Γιατί εκεί, όπως και παντού, δεν λείπουν ούτε οι άνθρωποι… ούτε τα γαϊδούρια.

ΑΝ ΝΟΜΙΖΟΥΝ ΟΤΙ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΩΣΤΟ ΜΕ ΓΕΙΑ ΤΟΥΣ ΜΕ ΧΑΡΑ ΤΟΥΣ

Ο Γιδάς σήμερα σηκώνει αυλαία, αλλά πριν φτάσουμε στο… μαγικό χωριό, ας σταθούμε λίγο σε κάτι πιο ενδιαφέρον: συμπεριφορές. Όχι ανθρώπινες. Όχι ζωικές. Κάτι ενδιάμεσο, κάτι που κυκλοφορεί γύρω μας με άνεση, αυτοπεποίθηση και μηδενική αίσθηση αυτοκριτικής. Γιατί όταν ένα γαϊδούρι πέσει, τα υπόλοιπα θα σταματήσουν. Θα το κοιτάξουν, θα περιμένουν, θα αφήσουν χώρο. Δεν θα το χτυπήσουν, δεν θα το σπρώξουν, δεν θα το τελειώσουν. Τα ζώα έχουν έναν περίεργο κώδικα: δεν πατάνε τον αδύναμο. Δεν τον ξεφτιλίζουν. Δεν τον χρησιμοποιούν για να νιώσουν ανώτερα.

Στον άνθρωπο όμως… εκεί αλλάζει το έργο. Η πτώση γίνεται ευκαιρία. Άλλος θα χαμογελάσει, άλλος θα σχολιάσει, άλλος θα δώσει μια «ψιλή» για να πάει πιο πέρα. Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, εμφανίζεται η στατιστική. Η αμείλικτη, η ωμή, η πραγματική.22–1. Αυτό έγραψε το κοντέρ. Όχι θεωρίες, όχι υποθέσεις, όχι φιλοσοφίες. Καθαρός αριθμός. Και όταν το σκορ φτάνει σε τέτοια επίπεδα, δεν χρειάζεται ανάλυση. Δεν χρειάζεται συζήτηση. Δεν χρειάζεται καν σύγκριση με γαϊδούρια. Η πραγματικότητα μιλάει μόνη της.

ΕΔΩ ΚΑΝΟΥΜΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΑ ΠΕΙ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ

Ο Γιδάς σήμερα είναι εδώ και έχουμε πιο… ζουμερά πράγματα μπροστά μας. Αλλαγή προέδρου στο δημοτικό συμβούλιο, λοιπόν. Έφυγε ο Δριστάς, μπήκε ο Δημητριάδης, και η εξήγηση είναι τόσο απλή που χωράει σε μισή πρόταση: ικανοποίηση στο γινάτι του ενός. Όχι διαδικασίες, όχι αξιολογήσεις, όχι «να δούμε ποιος ταιριάζει καλύτερα». Μόνο το γνωστό, παραδοσιακό, ελληνικό «έτσι θέλω». Η φάση θυμίζει εκείνο το παλιό παιχνίδι με τις καρέκλες: η μουσική σταματάει, κάποιος μένει όρθιος, κάποιος κάθεται, και όλοι προσποιούνται ότι αυτό ήταν το σχέδιο από την αρχή. Στην πραγματικότητα, το μόνο σχέδιο ήταν να μην στραβώσει ο συγκεκριμένος.

Γιατί όταν ο ένας στραβώσει, αλλάζει ο καιρός, αλλάζουν οι θέσεις, αλλάζουν οι ισορροπίες, αλλάζει και ο πρόεδρος. Η δημοκρατία σε έκδοση… «ό,τι πει ο αρχηγός». Και επειδή μιλάμε για αριθμούς που δεν σηκώνουν κουβέντα, το κοντέρ έγραψε 22–1. Δεν χρειάζεται ανάλυση, ούτε φιλοσοφία. Όταν η ψήφος μοιάζει με ομαδική εκδρομή όπου όλοι πάνε προς την ίδια κατεύθυνση για να μην χαλάσουν καρδιές, τότε το αποτέλεσμα είναι τόσο προβλέψιμο όσο το τέλος σε ελληνική σειρά της δεκαετίας του ’90. Αλλαγή προέδρου, λοιπόν. Όχι επειδή έπρεπε. Επειδή κάποιος… ήθελε. Και αυτό, δυστυχώς, είναι η πιο ακριβής περιγραφή της πραγματικότητας.

ΚΑΤΑΦΕΡΕ ΝΑ ΒΓΑΛΕΙ ΤΟ ΓΙΝΑΤΙ ΤΟΥ

Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς τα τηλεφωνήματα που άρχισαν να χτυπούν από το πρωί της Πέμπτης; Δεν ήταν απλές κλήσεις. Ήταν επιχειρησιακό σχέδιο. Έπρεπε, βλέπεις, να διασφαλιστεί ότι δεν θα γίνει καμία στραβή, κανένα απρόοπτο, κανένα «όχι» που θα χαλούσε το κέφι του ενός. Και επειδή η τοπική πολιτική σκηνή έχει εξελιχθεί σε άθλημα συγχρονισμένης κολύμβησης, όλοι κινήθηκαν με τέλεια αρμονία. Οι άνθρωποι που «τιμούν τα παντελόνια τους», που «έχουν άποψη», που «δεν τους επιβάλλει κανείς τι θα ψηφίσουν», έκαναν ακριβώς αυτό που τους είπαν τηλεφωνικά. Με ακρίβεια δευτερολέπτου. Με συνέπεια που θα ζήλευε και ελβετικό ρολόι.

Με αποφασιστικότητα που θυμίζει στρατό σε παρέλαση: όλοι προς την ίδια κατεύθυνση, όλοι με το ίδιο βήμα, όλοι με το ίδιο αποτέλεσμα. Και κάπου εκεί εμφανίζεται το σκορ. Το αμείλικτο, το καθαρό, το αδιαμφισβήτητο: 22–1. Όχι επειδή πείστηκαν. Όχι επειδή άλλαξαν γνώμη. Όχι επειδή είδαν φως και μπήκαν. Αλλά επειδή το τηλέφωνο χτύπησε. Και όταν το τηλέφωνο χτυπάει, η δημοκρατία βάζει το κινητό στο αθόρυβο και περιμένει να τελειώσει η συνεδρίαση.

Ο ΠΑΓΓΟΥΡΑΣ ΤΟΝ ΕΓΡΑΨΕ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ

Πάμε λίγο και στο… 1 που ψήφισε ανάποδα. Γιατί έχει σημασία, έχει ουσία και – κυρίως – δεν πρέπει να τον αδικήσουμε. Μέσα σε ένα σκηνικό όπου τα τηλέφωνα χτυπούσαν σαν να μοιράζουν δωρεάν επιδόματα, όπου η «γραμμή» έπρεπε να τηρηθεί με θρησκευτική ευλάβεια και όπου η απόλυτη πλειοψηφία ήταν το ιερό δισκοπότηρο, υπήρξε ένας. Ένας που δεν μάσησε, δεν δίστασε, δεν κρύφτηκε πίσω από δικαιολογίες, δεν έκανε τον «άσε να δούμε». Ο Παγγούρας. Ο μόνος που είπε «όχι». Ο μόνος που δεν έβαλε το κινητό στο αυτί και το μυαλό στο off.

Ο μόνος που δεν θεώρησε ότι η ψήφος είναι κάτι που καθορίζεται από την ένταση του τηλεφωνήματος. Και ναι, ας το πούμε όπως είναι: Είχε τα @ρχ#δ#@ να γράψει τον τηλεφωνάκια εκεί που πρέπει και να κάνει αυτό που του έλεγε η καρδιά του και το δίκιο. Δεν χάλασε απλώς την απόλυτη πλειοψηφία. Χάλασε το αφήγημα. Την «ομοφωνία». Την ψευδαίσθηση ότι όλοι σκέφτονται το ίδιο επειδή κάποιος το απαίτησε. Σε ένα κοντέρ που έγραψε 22–1, αυτό το «1» δεν είναι αριθμός. Είναι στάση. Είναι χαρακτήρας. Είναι η απόδειξη ότι, όσο κι αν προσπαθούν κάποιοι να κάνουν το δημοτικό συμβούλιο… χορωδία, πάντα θα υπάρχει ένας που θα τραγουδήσει άλλη νότα. Και ευτυχώς.

ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΑΚΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΘΑΒΟΝΤΑΙ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ

Γιατί όταν ένας άνθρωπος αποφασίζει να μην παίζει το παιχνίδι της «ομαδούλας», τότε η συνέχεια είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένη: ανεξαρτητοποίηση. Και όχι από ομάδα· από το πράγμα που κάποιοι επιμένουν να αποκαλούν ομάδα, ενώ στην πραγματικότητα μόνο ο Θεός θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει έτσι χωρίς να γελάσει. Γιατί τι ομάδα να είναι αυτή, όταν μέσα της επικρατεί το απόλυτο χάος; Το παρεάκι – το γνωστό, το σταθερό, το αχώριστο – λειτουργεί σαν μικρή αυλή. Όλοι οι υπόλοιποι κινούνται αυτόνομα, σαν δορυφόροι που έχουν χάσει το GPS και απλώς κάνουν κύκλους γύρω από τον πλανήτη χωρίς να ξέρουν πού πάνε. Το τι κατηγόρια πέφτει από τον έναν στον άλλον δεν περιγράφεται. Ο ένας λέει τον άλλον άχρηστο, ο άλλος λέει τον έναν άσχετο, και όλοι μαζί προσπαθούν να πείσουν τον κόσμο ότι είναι «ενωμένοι». Ενωμένοι στην… γκρίνια, ναι.

Στην πραγματικότητα, ούτε για καφέ δεν θα πήγαιναν μαζί αν δεν υπήρχε υποχρέωση. Και μέσα σε αυτό το πανηγύρι, ο Παγγούρας ετοιμάζει το επόμενο βήμα. Όχι επειδή θέλει να κάνει φασαρία. Αλλά επειδή δεν αντέχει άλλο να βλέπει το «μαγαζί» να λειτουργεί με λογική καφενείου όπου ο καθένας λέει ό,τι του κατέβει και μετά τσακώνεται για το ποιος το είπε πρώτος. Το επεισόδιο έρχεται. Και θα είναι καλό.

Η ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΠΟΙΗΣΗ ΘΑ ΣΗΚΩΣΕΙ ΠΟΛΥ ΣΚΟΝΗ.

Και τώρα πάμε στο επεισόδιο 2 γιατί απ’ ό,τι φαίνεται, το έργο δεν τελειώνει εδώ. Το καλό είναι ότι αυτή η ανεξαρτητοποίηση δεν θα είναι από τις συνηθισμένες, τις «διαφωνώ, σας αγαπώ όλους, συνεχίζω μόνος μου» που γράφονται σε δύο γραμμές και δεν τις διαβάζει ούτε ο ίδιος ο συντάκτης. Όχι. Εδώ μιλάμε για υλικό. Για πράγματα που θα κάνουν τους… πεθαμένους να σηκωθούν όρθιοι και να ζητήσουν νερό. Γιατί ο Παγγούρας δεν σκοπεύει να το αφήσει να περάσει έτσι. Ξέρει ότι μέσα στο «γκέτο» – όπως το αποκαλεί και πολύ σωστά – δεν πρόκειται να βγάλουν τίποτα στη φόρα. Εκεί μέσα η σιωπή είναι κανόνας, η συγκάλυψη παράδοση και η αλήθεια κάτι που το βλέπουν μόνο σε ντοκιμαντέρ.

Το παρεάκι λειτουργεί σαν κλειστό κλαμπ και όλοι μαζί προσπαθούν να πείσουν ότι είναι «ομάδα». Ομάδα; Μόνο αν μετράμε ομάδες… μπιρίμπας. Γι’ αυτό και ο Παγγούρας ετοιμάζει κάτι διαφορετικό. Θα το δώσει προς δημοσίευση, για να μην θαφτεί. Μπορεί να βγει και να μιλήσει δημόσια, να πει αυτά που έζησε από μέσα. Γιατί άλλο είναι να ακούς φήμες, και άλλο να σου τα λέει άνθρωπος που τα έζησε, τα είδε, τα άκουσε και τα μέτρησε. Και όταν ανοίξει το στόμα του, κάποιοι θα ψάχνουν τρύπα να μπουν. Δεν θα τη βρουν. Θα έχει γεμίσει ήδη από αυτούς που έτρεξαν πρώτοι.

ΜΟΝΟ ΕΤΣΙ ΕΞΑΣΦΑΛΙΖΕΤΑΙ Η ΥΠΑΚΟΗ

Ξαναγυρνάμε λοιπόν στο 22–1, γιατί εκεί βρίσκεται όλο το ζουμί. Το απόλυτο δείγμα «δεμένης ομάδας» – τόσο δεμένης που μόνο με ανατάσεις χεριών μπορούσε να γίνει η ψηφοφορία. Όχι κάλπη, όχι μυστικότητα, όχι διαδικασία που θα μπορούσε να χαλάσει το σχέδιο. Όχι. Ανατάσεις. Για να βλέπει ο τηλεφωνάκιας με τα μάτια του αν έπιασε τόπο η πρωινή περιοδεία στα κινητά.Γιατί αν έστηναν κάλπη, υπήρχε πάντα ο κίνδυνος να γίνει καμιά στραβή. Να πέσει κανένα χαρτάκι ανάποδο. Να βρεθεί κανένας που θα θυμηθεί ότι έχει άποψη. Να γίνει καμιά ζημιά και μετά να ψάχνουν ποιος «του την έκανε». Και άντε μετά να βρεις τον ένοχο μέσα στο γκρουπ που λειτουργεί σαν θίασος: όλοι παίζουν τον ίδιο ρόλο, όλοι λένε την ίδια ατάκα, όλοι κάνουν την ίδια κίνηση, αλλά κανείς δεν παραδέχεται τίποτα.

Γι’ αυτό και η ανατάση του χεριού ήταν η τέλεια λύση. Ο τηλεφωνάκιας ήθελε να δει με τα μάτια του ότι δεν ξοδεύτηκε τζάμπα. Ότι οι κλήσεις έπιασαν. Ότι η «γραμμή» πέρασε. Ότι η ομάδα – αυτή η περίφημη ομάδα που μόνο ο Θεός θα την έλεγε έτσι – παραμένει πειθαρχημένη, υπάκουη και πλήρως συντονισμένη. Και το αποτέλεσμα; 22–1. Το απόλυτο σκορ υπακοής. Το ένα, βέβαια, είναι άλλη ιστορία. Και ευτυχώς που υπάρχει, γιατί αλλιώς θα μιλούσαμε για τέλεια ομοφωνία. Πράγμα επικίνδυνο. Όταν όλοι συμφωνούν, κάποιος δεν σκέφτεται.

ΤΟ ΘΕΜΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΕΟΣ ΠΡΟΕΔΡΟΣ

Και για να μην αφήνουμε τίποτα μισό, ας πάμε και στο τελευταίο κομμάτι: τον νέο πρόεδρο, τον Δημητριάδη. Γιατί μέσα σε όλο αυτό το πανηγύρι, πρέπει να ξεκαθαριστεί κάτι: κανένα πρόβλημα δεν υπάρχει με τον άνθρωπο. Το αντίθετο. Ξέρει πολύ καλά την άποψή μου για εκείνον, όπως ξέρω κι εγώ τη δική του για μένα. Και αυτό είναι το ωραίο: δεν υπάρχει ψεύτικη ευγένεια, δεν υπάρχουν χαμόγελα βιτρίνας, δεν υπάρχουν «να τα πούμε κάποια στιγμή». Υπάρχει καθαρή, τίμια γνώμη εκατέρωθεν. Και κανένας δεν μπορεί να την αλλάξει, όσες λέξεις κι αν ειπωθούν. Γιατί το θέμα δεν είναι ο Δημητριάδης. Το θέμα είναι ο τρόπος που έγινε η αλλαγή. Το τηλεφωνικό κέντρο που πήρε φωτιά. Η αγωνία να μην στραβώσει τίποτα. Η ανατάση του χεριού για να δει ο τηλεφωνάκιας ποιος υπάκουσε και ποιος όχι. Η ανάγκη να μην στηθεί κάλπη, μην τυχόν και βγει κανένα χαρτάκι ανάποδο και αρχίσουν τα «ποιος μου την έκανε».

Όλα αυτά δεν έχουν σχέση με τον νέο πρόεδρο. Έχουν σχέση με το σύστημα που τον έβαλε εκεί. Και μέσα σε αυτό το σύστημα, ο Αντιδήμαρχος και ο Δημητριάδης έχουν σταθερή άποψη ο ένας για τον άλλο. Δεν αλλάζει με τηλέφωνα, δεν αλλάζει με κλειστές πόρτες, δεν αλλάζει με «έλα να σου πω κάτι». Ό,τι και να ειπωθεί πίσω από γραφεία, ό,τι και να ψιθυριστεί σε διαδρόμους, ό,τι και να προσπαθήσουν να περάσουν σαν «γραμμή», η γνώμη παραμένει εκεί που ήταν. Και αυτό, σε μια εποχή που το 22–1 δείχνει πόσο εύκολα λυγίζουν οι περισσότεροι, είναι από μόνο του είδηση. Θα μου πεις ρε Αντιδήμαρχε και για άλλους έλεγες τα ίδια και ξαφνικά σου έκοψαν την καλημέρα γιατί τους το επέβαλαν. Τι να κάνουμε. Υπάρχουν κι αυτοί.

ΜΙΛΑΜΕ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΕΓΑΛΟΣ ΦΟΒΟΣ. ΤΡΕΜΕΙ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΟΛΕΞΙΑ

Και για να το κλείσουμε και να μην σας πρήζω Κυριακάτικα, ας πάμε στο πιο ουσιαστικό κομμάτι της ιστορίας. Γιατί όλα όσα περιγράψαμε μέχρι τώρα δεν είναι τυχαία, ούτε μεμονωμένα περιστατικά. Είναι κομμάτια ενός μοτίβου που επαναλαμβάνεται κάθε φορά που κάποιος φοβάται περισσότερο αυτούς που έρχονται, παρά αυτούς που ήδη έχει δίπλα του. Όταν, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, βάζεις απέναντί σου ανθρώπους που σε στήριξαν, που σε ψήφισαν, που σε εμπιστεύτηκαν, δεν το κάνεις επειδή «διαφωνείς». Το κάνεις επειδή τρέμεις. Τρέμεις ότι δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις αυτούς που πλησιάζουν. Τρέμεις ότι θα βρεθείς μπροστά σε καταστάσεις που δεν μπορείς να διαχειριστείς. Και τότε αρχίζει το κλασικό έργο: δημιουργείς ένταση, φτιάχνεις αφήγημα, στήνεις σκηνικό αποχώρησης με ψεύτικες δικαιολογίες για να μην παραδεχτείς τον πραγματικό λόγο.

Ο πραγματικός λόγος είναι πάντα ο ίδιος: ο φόβος. Ο φόβος και τα «φίδια» που αρχίζουν να σε ζώνουν όταν πας σε εκδηλώσεις και κοιτάς τα τραπέζια ένα-ένα, για να δεις αν είναι εκεί αυτός που σου είπαν ότι «έκλεισε τραπέζι». Όταν η παρουσία ενός ανθρώπου σε κάνει να ιδρώνεις πριν καν μπεις στην αίθουσα, τότε δεν μιλάμε για διοίκηση. Μιλάμε για πανικό. Και αυτός ο πανικός είναι που οδηγεί σε τηλεφωνήματα, σε ανατάσεις χεριών, σε 22–1, σε αλλαγές προέδρων, σε «γραμμές» που πρέπει να τηρηθούν. Δεν είναι δύναμη. Είναι αδυναμία μεταμφιεσμένη σε εξουσία. Και όσο αυτή η αδυναμία μεγαλώνει, τόσο θα μεγαλώνουν και τα επεισόδια. Γιατί όταν φοβάσαι αυτούς που έρχονται, καταλήγεις να τσακώνεσαι με αυτούς που ήδη έχεις. Και στο τέλος μένεις μόνος, να κοιτάς τα τραπέζια και να ψάχνεις αυτόν που τρέμεις και μισείς για να δεις αν εμφανίστηκε. Η πραγματικότητα δεν χρειάζεται ανάλυση. Φαίνεται.

ΟΤΑΝ ΤΟ ΨΕΜΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΥΝΗΘΕΙΑ

Το τελευταίο κομμάτι της ιστορίας είναι και το πιο χαρακτηριστικό για το πώς λειτουργεί η τοπική εξουσία όταν έχει πιάσει… υπερθέρμανση. Γιατί εκεί που περίμενε ο κόσμος να δει σοβαρότητα, είδε το μεγάλο ψέμα για τον προαστιακό. Είπε ότι «δεν υπήρχε σχέδιο», ότι «δεν υπήρχαν χρήματα», ότι «ήταν όλα στον αέρα». Και μέσα σε λίγες ώρες η Ομάδα Δράσεων τον έκανε να φαίνεται εκτεθειμένος, βγάζοντας στοιχεία που έδειχναν πως και σχέδιο υπήρχε, και 70 εκατομμύρια υπήρχαν, και η υπόθεση ήταν προχωρημένη. Τι καταλαβαίνει ο απλός πολίτης; Ότι όταν πηγαίνει σε συναντήσεις με υπουργούς, μάλλον δεν πιάνει το νόημα.

Ότι αρκεί μια φωτογραφία για να θεωρηθεί «δουλειά». Ότι το ουσιαστικό κομμάτι — η ενημέρωση, η κατανόηση, η διεκδίκηση — μένει πίσω. Και όταν μένει πίσω, η εικόνα γίνεται πιο σημαντική από την ουσία. Και σαν να μην έφτανε αυτό, έβαλε στο στόμα του και λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ από τον αρμόδιο υπουργό. Κάτι που δεν είναι απλώς λάθος· είναι επικίνδυνο. Γιατί όταν κάποιος αρχίζει να αποδίδει δηλώσεις που δεν έγιναν, τότε το πρόβλημα δεν είναι η επικοινωνία. Είναι η αξιοπιστία. Κι όλα αυτά την ώρα που κυκλοφορεί ο ίδιος την φήμη ότι «τον θέλουν για βουλευτή». Ε, κάπου εδώ χρειάζεται ένα ξύπνημα. Όχι για εμάς. Για εκείνον.

Ο Αντιδήμαρχος