Για να τα λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, ο τύπος αυτός δεν είναι απλώς ένας ακόμα «λαϊκός ήρωας». Είναι ο Φραπές με κεφαλαίο Φ. Μέσα σε δυο μήνες κατάφερε να γίνει το ίνδαλμα του μέσου Έλληνα: χαλαρός, αραχτός και με το καλαμάκι στο χέρι. Και το αποκορύφωμα; Το προχθεσινό «σας γράφω εκεί που δεν πιάνει μελάνι, δεν έρχομαι στη Βουλή». Με λίγα λόγια «δεν γουστάρω ρε φίλε» που θα ζήλευε ακόμα και ο πιο σκληρός ροκ σταρ.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, πέταξε και το άλλο: «Θα σας πω εγώ πού βρήκα τα δυόμισι εκατομμύρια; Ρωτήστε τους αγρότες που κλείνουν τους δρόμους». Δηλαδή, όχι μόνο λεφτά, αλλά και δικαιολογία έτοιμη, με άρωμα χωράφι και τρακτέρ. Αυτά είναι!
Πείτε μου ποιος δεν θα ήθελε να είναι στη θέση του. Να καβατζώσει ένα κάρο λεφτά, να μην τον ενοχλεί κανείς, και να έχει το δικαίωμα να πει «δεν γουστάρω» χωρίς να κουνηθεί φύλλο. Ο Φραπές έγινε το νέο lifestyle: ούτε γυμναστήρια, ούτε διαλογισμοί. Μόνο καλαμάκι, αφρός και μια δόση θράσους.
Αν συνεχίσει έτσι, σε λίγο θα τον βάλουμε στο πάνθεον δίπλα στον Καραγκιόζη. Γιατί, κακά τα ψέματα, ο Έλληνας θέλει τον ήρωά του να είναι μάγκας, να έχει λεφτά, και να μην ιδρώνει το αυτί του. Και ο Φραπές τα έχει όλα.

Ο Φραπές και ο Χασάπης
Για να ολοκληρωθεί το σκηνικό, δεν έφτανε μόνο ο Φραπές με το καλαμάκι του. Είπε «δεν γουστάρω» και έμεινε σπίτι, αλλά ο φίλος του ο Χασάπης αποφάσισε να κάνει τη βόλτα του στην Αθήνα και να περάσει κι από την εξεταστική. Εκεί, με το γνωστό του ύφος, ξεκαθάρισε: «Δεν έχω καμία σχέση με αυτά που με κατηγορείτε. Εγώ δεν έχω μία». Και κάπου εκεί, το κοινό έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
Γιατί όταν τον ρώτησαν πώς γίνεται η κόρη του να έχει κερδίσει τρία εκατομμύρια στα λαχεία, η απάντηση ήταν αφοπλιστική: «Η κόρη μου είναι πολύ τυχερή». Δηλαδή, άλλοι παίζουν δεκαετίες και δεν κερδίζουν ούτε τριπλό τζόκερ, κι εκείνη μέσα σε λίγες κληρώσεις έπιασε το τζακ ποτ. Ρε τι ζούμε!
Και τώρα το μεγάλο δίλημμα: ποιον να διαλέξουμε για ίνδαλμα; Τον Φραπέ, που καβατζώνει λεφτά και δεν πατάει στη Βουλή, ή τον Χασάπη, που βολτάρει ανέμελος και έχει την πιο τυχερή κόρη της επικράτειας; Μάλλον θα χρειαστούμε νέο θεσμό: «Ίνδαλμα της Χρονιάς», με ψηφοφορία από το κοινό. Γιατί, μεταξύ μας, τέτοια φαντασία ούτε ο Καραγκιόζης δεν θα μπορούσε να στήσει.

Και ερχόμαστε στα δικά μας, γιατί εδώ είναι το πραγματικό θέατρο. Ένα μεγάλο μπράβο στον Δριστά, που μέσα σε μόλις δύο δημοτικά συμβούλια κατάφερε να κάνει σκόνη την Μοσχοπούλου. Το σκορ γράφει 2-1 υπέρ του, και μάλιστα χωρίς να χρειαστεί να καλέσει την αστυνομία για να «σώσει» τη διαδικασία. Όλα έγιναν με στυλ, με ψυχραιμία και με εκείνη τη χαρακτηριστική άνεση που κάνει τον Δριστά να μοιάζει σαν να παίζει μπάλα στο γήπεδο και όχι να δίνει μάχη στο δημαρχείο.
Και μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό, ο Θέμης έγραψε τη δική του μικρή παράσταση: μπήκε στο δημαρχείο, δεν πρόλαβε να πει ούτε «καλησπέρα» και έφυγε όπως μπήκε. Σαν γρήγορο cameo σε ταινία που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί.
Αυτά είναι τα ωραία του Γιδά: οι συνεδριάσεις που θυμίζουν αγώνα Champions League, με σκορ, με νικητές και με θεαματικές αποχωρήσεις. Αν συνεχιστεί έτσι, θα χρειαστούμε πίνακα αποτελεσμάτων στην αίθουσα του συμβουλίου. Γιατί, μεταξύ μας, η πολιτική εδώ έχει γίνει πιο συναρπαστική κι από τοπικό ντέρμπι.

Και κάπου εδώ μπαίνει το μεγάλο ερώτημα: μπορεί να μας πει ο σκηνοθέτης πόσες φορές πρέπει να κάνει αίτηση ένας πολίτης για να εκφράσει ένα αίτημα ή να πει για ένα πρόβλημα στο δημοτικό συμβούλιο; Μία; Δύο; Δέκα; Ή μήπως πρέπει να βγάλει εισιτήριο, να περάσει από ταμείο και να περιμένει σειρά όπως στο ΚΤΕΛ;
Γιατί αν συνεχιστεί έτσι, θα φτάσουμε στο σημείο να χρειάζεται «season pass» για να μιλήσει κάποιος. Και τότε το συμβούλιο θα μοιάζει περισσότερο με θεατρική σκηνή παρά με όργανο διοίκησης.
Η αλήθεια είναι πως οι πολίτες δεν ζητούν πολλά: μόνο να ακουστούν. Αντί για σενάρια και σκηνοθεσίες, ας δοθεί ο λόγος εκεί που πρέπει. Αλλιώς, η μαύρη κωμωδία θα συνεχίσει να παίζεται με άδεια αίθουσα και καμία ουσία. Αλλά αν το καλοσκεφτείς, αυτό δεν ειναι που θέλουν στην πραγματικότητα;

Πάντως, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, η δημοκρατία στον Γιδά περισσεύει. Όχι με την έννοια ότι υπάρχει άφθονη, αλλά με την έννοια ότι μοιράζεται μόνο σε όσους «εμείς θέλουμε». Οι υπόλοιποι; Σιωπή. Το κόλπο είναι απλό: δεν δίνουμε τον λόγο μία, δεν τον δίνουμε δύο, την τρίτη φορά ο πολίτης βαριέται, σηκώνεται και φεύγει. Κι έτσι το κεφάλι μας μένει ήσυχο, σαν να έχουμε βρει το μυστικό της αιώνιας γαλήνης.
Μόνο που δεν είναι έτσι. Γιατί αυτή η «δημοκρατία αλά Γιδά» θυμίζει περισσότερο καφενείο με κλειστή πόρτα παρά συμβούλιο που υποτίθεται πως εκπροσωπεί τους δημότες. Και όσο κι αν νομίζουν κάποιοι ότι με το «κόψε-ράψε» του λόγου θα ξεμπερδέψουν, η πραγματικότητα είναι πως η φωνή του κόσμου δεν φιμώνεται με τρικ.
Η αλήθεια είναι απλή: δεν φταίνε οι πολίτες που επιμένουν να ζητούν τον λόγο. Φταίνε εκείνοι που έχουν βολευτεί στην καρέκλα τους και δεν θέλουν να κουνηθούν. Γιατί, όσο κι αν προσπαθούν να κάνουν την δημοκρατία «μαύρη κωμωδία», στο τέλος θα βρεθούν θεατές σε έργο που δεν θα έχει χειροκρότημα.

Εγώ πάντως τον παραδέχομαι τον Θέμη. Δεν χρειάζεται να μιλήσει. Και μόνο που τους βάζει κάθε εβδομάδα να ψάχνουν δικηγόρους για να βρουν σε ποιον νόμο στηρίζεται η απαγόρευση, φτάνει. Είναι σαν να τους κάνει δωρεάν σεμινάριο νομικής, χωρίς να πει ούτε λέξη.
Κι εκεί κρύβεται η μεγαλύτερη μαγκιά: αν τον άφηναν να μιλήσει, θα έλεγε αυτό που ήθελε και θα έφευγε. Τώρα όμως, κάθε εβδομάδα γίνεται θέμα. Ακόμη και οι πιο άσχετοι ρωτάνε: «Για ποιο λόγο δεν τον αφήνουν αυτόν να μιλήσει;» Και κάπως έτσι, ο Θέμης καταφέρνει να είναι στο επίκεντρο χωρίς να χρειάζεται να ανοίξει το στόμα του.
Άρα, αδικο δεν έχει με τίποτα. Ή έχει να πει κάτι που δεν πρέπει να ακουστεί, ή απλώς τους εκθέτει με την ίδια του τη σιωπή. Όπως και να ’χει, το αποτέλεσμα είναι πάντα αρνητικό για τους «φραπέδες» του Γιδά. Γιατί όσο εκείνοι προσπαθούν να τον φιμώσουν, τόσο μεγαλώνει η απορία του κόσμου. Και η απορία, ξέρετε, είναι πιο δυνατή κι από τον πιο βαρύ λόγο.
Ο Θέμης, λοιπόν, έγραψε το δικό του σενάριο: «Η σιωπή που κάνει θόρυβο». Και το έργο παίζεται κάθε εβδομάδα στο δημαρχείο, και κάποια στιγμή θα έχει γεμάτη αίθουσα και κοινό που χειροκροτά… χωρίς να ακούσει τίποτα

Για τα σχολεία δεν θα πω τίποτα… ή μάλλον θα πω. Γιατί μετά το ειδικό δημοτικό που μας έκανε ρεζίλι σε όλη την Ελλάδα, σειρά πήραν το ΕΠΑΛ και το ειδικό επαγγελματικό Λύκειο. Δυο αίθουσες για σαράντα παιδιά αντί για έξι όπως προβλέπει ο νόμος. Αν αυτό δεν είναι «φιλολαϊκή» αντιμετώπιση των προβλημάτων των δημοτών, τότε τι είναι; Μάλλον νέο είδος παιδαγωγικής: «συμπίεση μαθητών ανά τετραγωνικό».
Και η αντιμετώπιση πάντα ίδια. «Θα κάνουμε μια επιτροπή να δει από κοντά το πρόβλημα και να μας κάνει προτάσεις». Επιτροπές που έχουν γίνει πιο μόνιμες κι από τα θρανία. Εδώ και δώδεκα χρόνια ακούμε ακριβώς τα ίδια. Τα παιδιά του ειδικού ήταν είκοσι, έγιναν σαράντα, αλλά οι επιτροπές παραμένουν σταθερές: βλέπουν, καταγράφουν, προτείνουν… και μετά ξανά από την αρχή.
Η αλήθεια είναι πως οι επιτροπές έχουν καταφέρει κάτι μοναδικό: να μεγαλώνουν παράλληλα με τον αριθμό των μαθητών. Μόνο που αντί να φτιάξουν αίθουσες, φτιάχνουν πρακτικά. Και στο τέλος, αντί για λύση, έχουμε ένα αρχείο γεμάτο «προτάσεις» που σκονίζονται.
Αν συνεχιστεί έτσι, σε λίγο θα χρειαστούμε ειδικό μάθημα «Επιτροπολογία» στα σχολεία. Γιατί, μεταξύ μας, τα παιδιά μαθαίνουν πιο γρήγορα από τους μεγάλους πώς λειτουργεί η πραγματική μαύρη κωμωδία της διοίκησης.

Ο σκηνοθέτης και ο νόμος που… χάθηκε
Ο μεγάλος σκηνοθέτης τελικά θα μας πει για ποιο λόγο δεν ενημέρωσε τη διοίκηση για τον νέο νόμο που έρχεται στους δήμους της χώρας; Γιατί, αν δεν το ξέχασε, τότε μάλλον στην Αλεξανδρούπολη που πήγε έκανε άλλα πράγματα και του ξέφυγε. Ίσως είχε πιο ενδιαφέροντα «πλάνα» να γυρίσει εκεί.
Όπως και να ’χει, η ουσία είναι μία: τους από κάτω τους έχει πραγματικά γραμμένους. Τους βλέπει από ψηλά, πολύ ψηλά, τόσο που μοιάζουν σαν μικρές φιγούρες σε μαύρη κωμωδία. Και κάπως έτσι, η ενημέρωση για τον νόμο γίνεται σκηνικό που δεν παίζεται ποτέ.
Η εικόνα είναι ξεκάθαρη: οι πολίτες περιμένουν να μάθουν τι αλλάζει, οι δημοτικοί σύμβουλοι περιμένουν οδηγίες, κι εκείνος συνεχίζει να σκηνοθετεί χωρίς σενάριο. Το αποτέλεσμα; Ένα έργο που θυμίζει περισσότερο αυτοσχεδιασμό παρά σοβαρή διοίκηση.
Και όσο οι «κάτω» αναρωτιούνται τι θα γίνει, ο σκηνοθέτης απολαμβάνει τη θέα από τον εξώστη. Μόνο που η θέα αυτή δεν δείχνει την πραγματικότητα, δείχνει απλώς πόσο χαμηλά έχει αφήσει τους άλλους. Γιατί, στο τέλος, η παράσταση δεν θα κριθεί από το ύψος του σκηνοθέτη, αλλά από το αν το κοινό θα μείνει στην αίθουσα ή θα φύγει γελώντας πικρά.

Το γήπεδο και η τρύπα στο νερό
Και στο θέμα του σχολείου, που λύση δεν πρόκειται να βρεθεί ποτέ, κολλάει τέλεια και το γήπεδο. Γιατί εκεί η σκηνοθεσία είναι ίδια: ο μεγάλος σκηνοθέτης είπε στον Σαμαρά «τρέξ’ το», κι όταν εκείνος το έτρεξε, του απάντησε «να το συζητήσουμε μια άλλη φορά». Δηλαδή ποτέ.
Στην αρχή, βέβαια, το σενάριο είχε τίτλο «να προετοιμαστούμε». Να προετοιμαστούμε για κάτι που υπάρχει εδώ και δέκα χρόνια, λες και ανακαλύψαμε χτες ότι το γήπεδο είναι στον αέρα. Η προετοιμασία έγινε το μόνιμο άλλοθι, το «θα δούμε» που μεταφράζεται σε «δεν θα γίνει».
Και η κατάληξη είναι γνωστή: μια τρύπα στο νερό. Όπως με τις αίθουσες των σχολείων, έτσι και με το γήπεδο, η λύση μένει πάντα σε εκκρεμότητα. Επιτροπές, συζητήσεις, προτάσεις, όλα παίζουν τον ρόλο τους στο έργο της μαύρης κωμωδίας.
Το κοινό, όμως, έχει κουραστεί να βλέπει την ίδια παράσταση. Γιατί όταν το σενάριο γράφεται με «άλλη φορά» και «να προετοιμαστούμε», το φινάλε είναι πάντα το ίδιο: τίποτα δεν αλλάζει, κι εμείς χειροκροτούμε μια τρύπα στο νερό.

Οι φραπέδες με το σενάριο έτοιμο
Δεν χρειάζεται ο Σαμαράς να περιμένει τι θα γίνει με το γήπεδο, γιατί το σενάριο είναι γνωστό από πριν. Τώρα τον βλέπουν σαν εχθρό και το έργο ξεκινάει με το κλασικό μοτίβο: «βγάλτε βρώμες εις βάρος του». Για πράγματα που δεν υπάρχουν, αλλά οι Γκαίμπελς του Γιδά ξέρουν καλά το κόλπο. Πετάς λάσπη στον ανεμιστήρα και όλο και κάποιον θα τον κάνεις μπουρδέλο.
Κι αν δεν πιάσει το κόλπο, υπάρχει και η δεύτερη πράξη: «αλά Θέμη». Να ψάχνουν νόμους, να βρουν τρόπο να τον σταματήσουν από το να ψάχνει. Γιατί, βλέπεις, εμείς δεν είμαστε όποιοι κι όποιοι. Είμαστε οι φραπέδες του Γιδά. Με το καλαμάκι στο χέρι, αλλά και με την αίσθηση ότι μπορούμε να σκηνοθετήσουμε τα πάντα.
Κι ας προσπαθούμε να το παίξουμε πολιτισμένοι, να παραγγέλνουμε εσπρέσο και καπουτσίνο για το θεαθήναι. Στην ουσία, το ίδιο έργο παίζεται ξανά και ξανά: λάσπη, επιτροπές, νόμοι, και στο τέλος… τίποτα. Μια παράσταση που όλοι ξέρουν το φινάλε, αλλά παρ’ όλα αυτά συνεχίζουν να την παρακολουθούν.
Γιατί, στο Γιδά, η μαύρη κωμωδία δεν χρειάζεται σκηνικά. Αρκεί ένας φραπές και λίγη φαντασία. Κάτι που δεν εχει γινει τα προηγούμενα δέκα χρόνια, θα γίνει μέσα σε δύο εβδομάδες; Και αν γίνει, θα γίνει χάρη στο Σαμαρά που το έτρεξε κι όχι όπως προσπαθούν κάποιοι να το περάσουν, ότι τα είχαν έτοιμα από πριν κι ότι ο φαλακρός βιάστηκε. Μαύρα μεσάνυχτα είχαν. Αλλά δεν γίνεται να χαλάσουμε τα δικά μας τα παιδιά.

Η έκρηξη που έρχεται
Και το κλείνω για σήμερα, για να μην σας πρήζω κιόλας. Όλο αυτό το σκηνικό, έχει βγάλει στη φόρα τον πραγματικό τρόπο που λειτουργεί η διοίκηση: ο καθένας για τον εαυτό του. Το τι λέει ο ένας για τον άλλον δεν περιγράφεται, και το χειρότερο είναι πως τα ίδια άτομα μιλούν αλλιώς στον έναν κι αλλιώς στον άλλον. Αυτό δεν είναι διοίκηση. Αυτό είναι… να μην το πω καλύτερα.
Κι όλα αυτά βγαίνουν σιγά σιγά στην επιφάνεια. Και κάποια στιγμή θα γίνει η έκρηξη. Γιατί όταν απευθύνεσαι σε συναδέλφους με προσβλητικές και απαξιωτικές εκφράσεις πεζοδρομίου, όταν καπελώνεις τον Πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου υπαγορεύοντας τη διαδικασία που σε συμφέρει, κι όταν επιβάλλεις στους συμβούλους της παράταξής σου παραταξιακή πειθαρχία και αφωνία, τότε είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα υποστείς τα αποτελέσματα.
Η διοίκηση δεν είναι θέατρο για προσωπικές φιλοδοξίες ούτε καφενείο για πειράγματα. Είναι χώρος ευθύνης. Κι όταν η ευθύνη αντικαθίσταται από μικροπολιτική και «κομματικά φίμωτρα», το έργο δεν μπορεί να κρατήσει για πολύ. Η έκρηξη θα έρθει, και τότε κανείς δεν θα μπορεί να πει ότι δεν ήξερε το σενάριο από πριν. Κι ένα τελευταίο. Τόσο πολύ αγαπάτε τον τόπο σας και τους επαγγελματίες του που βάζετε το άναμμα του δέντρου Σάββατο; Το είπα και την προηγούμενη φορά. Έχετε πετύχει το ακατόρθωτο. Να είστε συνεχώς στην επικαιρότητα για τους λάθους λόγους.
Ο Αντιδήμαρχος
























































