Οριστικά εκτός του πολυνομοσχεδίου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών έμεινε η διάταξη που προέβλεπε την υποχρεωτική χρήση ηλεκτρονικών πληρωμών στις παραδόσεις προϊόντων μέσω εταιρειών ταχυμεταφορών, διατηρώντας έτσι τη δυνατότητα πληρωμής με μετρητά στις αντικαταβολές.
Η συγκεκριμένη ρύθμιση είχε ως βασικό στόχο τον περιορισμό της φοροδιαφυγής, καθώς προέβλεπε ότι κάθε αγορά που παραδίδεται μέσω κούριερ και εξοφλείται κατά την παραλαβή θα έπρεπε να πληρώνεται αποκλειστικά με ηλεκτρονικά μέσα, ανεξαρτήτως ποσού. Ωστόσο, οι έντονες αντιδράσεις από την αγορά και τα πρακτικά ζητήματα που αναδείχθηκαν κατά τη συζήτησή της οδήγησαν τελικά στην απόσυρσή της.
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα κατά της διάταξης ήταν ότι δημιουργούσε δύο διαφορετικά καθεστώτα πληρωμών. Από τη μία πλευρά, οι καταναλωτές θα μπορούσαν να συνεχίσουν να πραγματοποιούν αγορές έως 500 ευρώ σε φυσικά καταστήματα χρησιμοποιώντας μετρητά και, από την άλλη, θα στερούνταν την ίδια δυνατότητα στις ηλεκτρονικές αγορές με παράδοση μέσω κούριερ.
Παράλληλα, σημαντικές εκτιμώνται και οι επιπτώσεις που θα είχε η εφαρμογή του μέτρου στον κλάδο των ταχυμεταφορών. Η αντικαταβολή παραμένει ιδιαίτερα δημοφιλής επιλογή για τους καταναλωτές, καθώς αντιστοιχεί σε πάνω από το 40% των ηλεκτρονικών αγορών, με σημαντικό ποσοστό αυτών να εξοφλείται ακόμη με μετρητά.
Οι εκπρόσωποι της αγοράς υποστήριξαν ότι η υποχρεωτική ηλεκτρονική πληρωμή στις αντικαταβολές θα δημιουργούσε συνθήκες άνισης μεταχείρισης ανάμεσα στις αγορές από φυσικά καταστήματα και στις αγορές μέσω διαδικτύου. Έτσι, η κυβέρνηση επέλεξε να μην προχωρήσει στη συγκεκριμένη αλλαγή, διατηρώντας το ισχύον καθεστώς για τις παραδόσεις μέσω κούριερ και τις πληρωμές με αντικαταβολή.



























































