Η ΣΟΒΑΡΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ
Σήμερα, θα μιλήσουμε σοβαρά. Ναι, όσο σοβαρά μπορεί να μιλήσει ένας Αντιδήμαρχος που έχει δει περισσότερα «σχέδια απόδρασης» απ’ όσα έχει δει ο Παλαιολόγος πολιορκίες. Γιατί όσο περνάει ο καιρός και τα περιθώρια στενεύουν, κάποιοι φαίνεται πως ετοιμάζουν το μεγάλο σχέδιο.
Όχι, δεν μιλάμε για σχέδιο ανάπτυξης, ούτε για σχέδιο αναβάθμισης της πόλης. Μιλάμε για το άλλο. Το γνωστό. Το διαχρονικό. Το σχέδιο της Μεγάλης Φυγής. Το λες και «ηρωική έξοδος», αλλά μόνο ηρωική δεν είναι. Περισσότερο θυμίζει εκείνον τον μαθητή που δεν διάβασε όλο το τρίμηνο και την τελευταία μέρα ζητάει… μεταγραφή σε άλλο σχολείο.
Έτσι κι εδώ: αντί να δούμε έργο, βλέπουμε βαλίτσες. Αντί να δούμε λύσεις, βλέπουμε διαρροές. Και αντί να δούμε σοβαρότητα, βλέπουμε… όνειρα θερινής νυκτός. Τη μια διαρρέει ότι θα πάει για βουλευτής. Με τόσες συμπάθειες που έχει, σίγουρα θα είναι υποψήφιος — αν και το «συμπάθειες» μάλλον το εννοούν όπως όταν λέμε «συμπαθώ τον γείτονα, αλλά να μην τον βλέπω». Την άλλη, ακούγεται ότι θα πάει για την Περιφέρεια. Εκεί, πραγματικά, γελάει και ο κάθε πικραμένος. Και όχι απλώς γελάει — δακρύζει από τα γέλια.

ΟΙ ΔΙΑΡΡΟΕΣ ΠΟΥ ΣΤΑΖΟΥΝ… ΦΑΝΤΑΣΙΑ
Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Γιατί οι διαρροές αυτές δεν είναι απλές. Είναι καλλιτεχνικές. Έχουν φαντασία, έχουν δράμα, έχουν και λίγο από επιστημονική φαντασία. Μόνο soundtrack δεν έχουν. Πρώτη διαρροή: «Θα κατέβει για βουλευτής». Ε, βέβαια. Γιατί όχι; Άμα είναι να ονειρευόμαστε, ας το κάνουμε σωστά. Το πρόβλημα είναι ότι για να κατέβεις για βουλευτής, χρειάζεται και κάτι άλλο πέρα από φιλοδοξία. Χρειάζεται και… πώς να το πούμε κομψά; Α, ναι. Ψήφοι. Δεύτερη διαρροή: «Θα πάει για Περιφέρεια». Εδώ πραγματικά η φαντασία ξεφεύγει.
Αν δεν το θυμάται ο ίδιος, να του το θυμίσουμε εμείς: στις τελευταίες εκλογές, ο Βεσυρόπουλος πήρε 21.000 ψήφους και ο Καλαϊτζίδης 20.000. Νούμερα που δεν τα λες και εύκολα προσπελάσιμα. Εκτός αν πιστεύει ότι θα τα φτάσει με… likes στο Facebook και φωτογραφίες με καφέδες. Αλλά βλέπεις, όταν η πραγματικότητα δεν σε βολεύει, πάντα υπάρχει η λύση της «δήθεν διαρροής». Ρίχνεις μια φήμη, βλέπεις αντιδράσεις, μετράς παλμό, και αν δεν πάει καλά, λες «εγώ; ποτέ!». Κλασική συνταγή. Δοκιμασμένη. Μόνο που πλέον δεν πιάνει ούτε στους πρωτοετείς της πολιτικής.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΦΥΓΗ Ή Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ
Το ερώτημα, λοιπόν, είναι απλό: έχουμε μπροστά μας μια πραγματική πολιτική φιλοδοξία ή απλώς μια προσπάθεια να ξεφύγουμε από τις ευθύνες της καθημερινότητας; Γιατί όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, κάποιοι θυμούνται ξαφνικά ότι «τους φωνάζει η κεντρική πολιτική σκηνή». Τους φωνάζει, βέβαια, όπως φωνάζει η μάνα στο παιδί που δεν θέλει να μαζέψει το δωμάτιό του: «Έλα να βοηθήσεις» — και το παιδί απαντάει «Δεν μπορώ, έχω διάβασμα». Η αλήθεια είναι ότι η πόλη έχει ανάγκη από ανθρώπους που μένουν, όχι από ανθρώπους που φεύγουν. Από ανθρώπους που δουλεύουν, όχι από ανθρώπους που σχεδιάζουν την επόμενη καρέκλα. Από ανθρώπους που κοιτούν τον πολίτη στα μάτια, όχι τον καθρέφτη τους.
Και όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να χτίσουν το αφήγημα της «μεγάλης εξόδου», η πραγματικότητα είναι αμείλικτη: για να φύγεις ψηλά, πρέπει πρώτα να έχεις σταθεί σταθερά χαμηλά. Να έχεις αφήσει έργο. Να έχεις αφήσει αποτύπωμα. Να έχεις αφήσει κάτι περισσότερο από φωτογραφίες εγκαινίων και αναρτήσεις σε συναυλίες. Οπότε, ας μιλήσουμε σοβαρά — όπως είπαμε από την αρχή. Η πόλη δεν χρειάζεται άλλες διαρροές. Χρειάζεται αποφάσεις. Δεν χρειάζεται άλλες φήμες. Χρειάζεται δουλειά. Και σίγουρα δεν χρειάζεται άλλες «ηρωικές εξόδους». Χρειάζεται ανθρώπους που θα μείνουν και θα παλέψουν. Γιατί η πραγματική ηρωική πράξη δεν είναι να φύγεις. Είναι να μείνεις.

Η ΥΠΕΡΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΣΤΟΥΣ ΔΙΑΔΡΟΜΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΑ ΦΛΑΣ
Αν κάποιος παρακολουθούσε μόνο τα δελτία τύπου, θα πίστευε ότι ζούμε σε μια πόλη όπου δεν προλαβαίνουν ούτε να ανασάνουν από την πολλή δουλειά. Συναντήσεις, συσκέψεις, φωτογραφίες, χειραψίες, χαμόγελα, δηλώσεις. Ένα ατελείωτο ημερολόγιο «δραστηριοτήτων» που, αν το δεις από μακριά, μοιάζει με πρόγραμμα περιοδεύοντος θιάσου. Μόνο που, όπως συμβαίνει συχνά, άλλο η βιτρίνα και άλλο η αποθήκη. Γιατί αν ψάξεις να βρεις τι έχει γίνει στην πράξη, τι έχει αλλάξει, τι έχει βελτιωθεί, τι έχει προχωρήσει, τότε αρχίζουν τα δύσκολα. Εκεί που τελειώνουν οι φωτογραφίες, αρχίζουν τα ερωτήματα. Και εκεί που τελειώνουν τα χαμόγελα, αρχίζει η πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που λέει ότι ο Γιδάς έχει να δει έργο από τότε που… δεν μπορώ να θυμηθώ.
Όχι επειδή δεν υπάρχουν ανάγκες, αλλά επειδή κάποιοι έχουν μπερδέψει την πολιτική με το lifestyle. Και για να μην το ξεχάσω, να κάνω μια παρένθεση. Γιατί είδα ότι δεν πρόλαβε ο πετεινός να λαλήσει μια φορά και βγήκε ανακοίνωση ότι συναντηθήκαμε με τον Χατζηδάκη. Μόνο που μαζί με αυτόν ήταν και καμιά εικοσαριά ακόμη. Και αυτό που καταλαβαίνει και ένας μαθητής δημοτικού από τη δήθεν «συνάντηση» είναι ότι, αν είναι ίδια με αυτές που ανεβάζει κάθε φορά που πάει στην Αθήνα και φωτογραφίζεται με υπουργούς ενώ έχει το μυαλό του στον Ολυμπιακό, τότε εξηγούνται πολλά. Εξηγείται, για παράδειγμα, γιατί η πόλη μένει στάσιμη ενώ το άλμπουμ φωτογραφιών γεμίζει. Κι όσο είπε στους υπουργούς στην Αθήνα για τα προβλήματα του Γιδά, άλλο τόσο είπε και στον Χατζηδάκη στην κατ΄ ιδίαν συζήτηση παρουσία είκοσι ατόμων

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΕΝΤΥΠΩΣΕΩΝ ΚΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΡΥΒΕΤΑΙ
Το πρόβλημα δεν είναι ότι ταξιδεύει, συναντάται, φωτογραφίζεται. Το πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά έχουν γίνει αυτοσκοπός. Η πολιτική έχει μετατραπεί σε μια ατελείωτη αναζήτηση εντυπώσεων, σε μια προσπάθεια να φανεί ότι κάτι γίνεται, χωρίς να γίνεται τίποτα. Είναι σαν να βλέπεις κάποιον να τρέχει πάνω-κάτω με άδειο κουβά και να σου λέει ότι «δουλεύει σκληρά για να γεμίσει το πηγάδι». Η πόλη, όμως, δεν γεμίζει με εντυπώσεις. Γεμίζει με έργα. Με λύσεις. Με παρεμβάσεις που φαίνονται, όχι με φωτογραφίες που κυκλοφορούν.
Και όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να χτίσουν αφήγημα «υπερδραστηριότητας», η καθημερινότητα τους διαψεύδει. Οι δρόμοι, οι υποδομές, οι ανάγκες, όλα είναι εκεί και περιμένουν. Περιμένουν κάποιον που θα δουλέψει πραγματικά, όχι κάποιον που θα βγάλει την επόμενη selfie με υπουργό. Γιατί στο τέλος, η πολιτική δεν είναι θέμα προβολής. Είναι θέμα προσφοράς. Και η πόλη έχει ανάγκη από προσφορά — όχι από φωτογραφικά άλμπουμ.

ΤΑ ΠΥΡΟΤΕΧΝΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΔΟΞΙΑΣ
Οπότε, για να γυρίσουμε εκεί που ξεκινήσαμε, ας μιλήσουμε καθαρά. Όλα αυτά τα περί βουλευτών, περιφερειών, μεγάλων στόχων και ακόμα μεγαλύτερων ονείρων, δεν είναι τίποτα περισσότερο από πυροτεχνήματα. Λάμπουν για λίγο, κάνουν θόρυβο, τραβούν βλέμματα — και μετά εξαφανίζονται, αφήνοντας πίσω μόνο καπνό. Γιατί η αλήθεια είναι απλή: όταν τα περιθώρια στενεύουν και η πραγματικότητα πιέζει, κάποιοι ψάχνουν τρόπο να φύγουν πριν σβήσουν τα φώτα. Και επιμένω: όλα γίνονται για τη μεγάλη έξοδο. Όχι για την πόλη, όχι για τους δημότες, όχι για το μέλλον. Για την προσωπική σωτηρία. Γιατί ο κόσμος πλέον δεν ψιθυρίζει, δεν μουρμουρίζει, δεν «το συζητάει μεταξύ του». Ο κόσμος ουρλιάζει. Και όταν ο κόσμος ουρλιάζει, οι πολιτικοί που έχουν μάθει να ζουν με χειροκροτήματα αρχίζουν να τρέμουν.
Γιατί ξέρουν ότι το τέλος δεν θα είναι απλώς ήσυχο. Θα είναι πικρό. Και θα έχει και θεατές. Όλα αυτά τα σενάρια περί «μεταπήδησης» είναι απλώς ο καπνός που προσπαθεί να κρύψει τη φωτιά. Μόνο που η φωτιά έχει φουντώσει και δεν κρύβεται πια. Όταν η κοινωνία έχει κουραστεί, όταν η καθημερινότητα δεν βελτιώνεται, όταν η πόλη μένει στάσιμη, τότε δεν σώζεσαι με φωτογραφίες, ούτε με φήμες, ούτε με «διαρροές». Σώζεσαι μόνο με έργο. Και όταν έργο δεν υπάρχει, τότε αρχίζει η αναζήτηση της εξόδου κινδύνου.

Η ΗΤΤΑ, Η ΦΥΓΗ ΚΑΙ Η ΠΙΚΡΗ ΑΛΗΘΕΙΑ
Και τώρα ας πάμε στο πιο… ζουμερό. Δεν είπα εγώ ότι «θα είμαι υποψήφιος αν είναι ο Ναλμπάντης για να τον… τελειώσω». Άλλος το είπε. Άλλος το διαλαλούσε. Άλλος το έκανε σημαία. Οπότε, όπως στρώνεις έτσι κοιμάσαι. Γιατί άλλο να ηττηθείς μέσα στο γήπεδο, με καθαρό παιχνίδι, με μάχη, με αξιοπρέπεια — κι άλλο να την κοπανήσεις και να γελάει ο κόσμος μαζί σου. Και το χειρότερο; Να χάσεις από τον άνθρωπο που μισείς όσο τίποτα άλλο στον κόσμο. Αυτό δεν το λες και πολύ καλό. Δεν το λες καν ανεκτό. Το λες χτύπημα. Το λες ταπείνωση. Το λες «να ανοίξει η γη να με καταπιεί».
Και κάπως έτσι εξηγείται η βιασύνη για τη μεγάλη έξοδο. Γιατί όταν ξέρεις ότι δεν μπορείς να σταθείς άλλο, όταν βλέπεις ότι η κοινωνία δεν σε σηκώνει, όταν καταλαβαίνεις ότι η επόμενη μάχη θα είναι χαμένη πριν αρχίσει, τότε δεν ψάχνεις νίκη. Ψάχνεις πόρτα. Και η πόρτα, όσο κι αν προσπαθούν να την στολίσουν με τίτλους, αξιώματα και «διαρροές», παραμένει αυτό που είναι: έξοδος. Και μάλιστα, όχι ηρωική. Απλώς έξοδος.

Η ΝΟΟΤΡΟΠΙΑ ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΕΙ ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ
Πάμε σε άλλα. Το μοτίβο, λοιπόν, παραμένει το ίδιο και δεν αλλάζει όσο κι αν προσπαθούν να το κρύψουν κάτω από χαμόγελα και «καλές προθέσεις». Όποιος δεν είναι μαζί μας, είναι εχθρός μας. Αυτή είναι η νοοτροπία. Πάει ο άλλος για μια απλή υπογραφή στον Δήμο και ξαφνικά ξεκινάει η ανάκριση λες και μπήκε στο Πεντάγωνο. «Τι θέλει αυτός εδώ;», «Τι ρώτησε;», «Μην του τη βάλετε την υπογραφή, καθυστερήστε τον λίγο». Μια μικρή επίδειξη δύναμης για να θυμούνται όλοι ποιος κάνει κουμάντο. Ή μάλλον… ποιος νομίζει ότι κάνει κουμάντο. Και το πιο ειρωνικό; Αυτοί που παριστάνουν τους μεγάλους διαχειριστές της πόλης είναι οι ίδιοι που άνοιξαν ένα μαγαζί και δεν κατάφεραν να πουλήσουν ούτε ένα κιλό ντομάτες.
Το έκλεισαν πριν προλάβει να το μάθει η γειτονιά, αλλά τώρα εμείς πρέπει να τους τρώμε στη μάπα καθημερινά και να τους βλέπουμε να παίζουν τους ειδικούς. Να αποφασίζουν, να καθυστερούν, να κρίνουν, να σηκώνουν το φρύδι λες και κρατούν στα χέρια τους την τύχη του κόσμου. Όχι για πολύ, θα μου πεις. Και ίσως έχεις δίκιο. Γιατί όταν η πραγματικότητα χτυπάει την πόρτα, οι ρόλοι αλλάζουν. Και τότε, αυτοί που σήμερα παριστάνουν τους άρχοντες, αύριο θα ψάχνουν πού χάθηκε η καρέκλα.

Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΝΑ ΠΑΙΡΝΕΙΣ ΤΑ ΕΥΣΗΜΑ ΓΙΑ ΞΕΝΑ ΕΡΓΑ
Αν υπάρχει ένα πράγμα που πρέπει να αναγνωρίσουμε —όχι ως επίτευγμα, αλλά ως δεξιότητα— είναι η ικανότητα κάποιων να παρουσιάζουν τα έργα των άλλων σαν δικά τους. Μιλάμε για πραγματικό ταλέντο. Γιατί το πιο μεγάλο αστείο των τελευταίων ημερών είναι οι αναρτήσεις που κυκλοφορούν, όπου πανηγυρίζουν ότι τα φώτα που μπήκαν στις εισόδους των χωριών είναι «έργο του Δήμου». Μόνο που… δεν είναι. Ούτε κατά διάνοια. Το έργο είναι της Περιφέρειας, η οποία το σχεδίασε, το χρηματοδότησε και το υλοποίησε. Ο Δήμος απλώς έδωσε την έγκριση.
Δηλαδή έκανε αυτό που κάνει πάντα: έβαλε μια υπογραφή και μετά έτρεξε να βγάλει φωτογραφία. Αλλά έτσι είναι μαθημένοι αυτοί. Να εγκρίνουν τα έργα των άλλων, γιατί οι ίδιοι δεν πρόκειται να κάνουν ποτέ τίποτα. Και όταν λέμε τίποτα, το εννοούμε. Ούτε μια λάμπα δεν έχουν αλλάξει χωρίς να το κάνουν επικοινωνιακό γεγονός. Αν μπορούσαν, θα έβγαζαν ανακοίνωση και για το ότι… ξημέρωσε. Και φυσικά, κάθε φορά που η Περιφέρεια κάνει κάτι, εμφανίζονται σαν τους καλεσμένους σε γάμο που βγαίνουν φωτογραφία δίπλα στη νύφη για να πουν μετά ότι «ήταν δικός τους άνθρωπος».

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΦΛΑΣ ΚΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΦΩΤΙΖΕΤΑΙ ΠΟΤΕ
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η παραπληροφόρηση. Είναι η νοοτροπία. Η ανάγκη να φανούν ότι κάνουν κάτι, έστω κι αν δεν το έκαναν. Η ανάγκη να δείξουν έργο, επειδή δεν έχουν έργο. Και όσο πιο πολύ λείπει η ουσία, τόσο πιο πολύ ανεβαίνει η ένταση στο φλας της κάμερας. Γιατί όταν δεν έχεις να δείξεις δρόμους, υποδομές, παρεμβάσεις, τότε δείχνεις… φώτα που έβαλε άλλος. Και λες «εμείς». Πάντα «εμείς». Ποτέ «οι άλλοι». Ποτέ «η Περιφέρεια». Ποτέ «ο πραγματικός φορέας».Και το χειρότερο;
Ο κόσμος δεν είναι χαζός. Ξέρει ποιος κάνει τι. Ξέρει ποιος δουλεύει και ποιος φωτογραφίζεται. Ξέρει ποιος παράγει και ποιος απλώς εγκρίνει. Ξέρει ποιος ιδρώνει και ποιος περιμένει να του στείλουν δελτίο τύπου για να το ανεβάσει στο Facebook. Αλλά έτσι είναι. Όταν δεν έχεις έργο, προσπαθείς να κλέψεις λίγη λάμψη από τα έργα των άλλων. Μόνο που η λάμψη αυτή δεν κρατάει. Γιατί το φως της Περιφέρειας φωτίζει τους δρόμους. Το φως του Δήμου… φωτίζει μόνο τις φωτογραφίες του. Και αυτό λέει πολλά.

Η ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΠΟΥ ΚΡΥΒΕΤΑΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΦΩΝΕΣ
Και κλείνω με ένα θέμα που δεν σηκώνει ούτε σάτιρα ούτε χαμόγελα. Γιατί όταν μιλάμε για ανθρώπους που έχουν πραγματική ανάγκη, για ηλικιωμένους που ζουν μόνοι, για ανήμπορους που περιμένουν το «Βοήθεια στο Σπίτι» σαν σωσίβιο, τότε τα πράγματα γίνονται σοβαρά. Υπάρχουν φωτογραφίες —και μάλιστα πολλές— που δείχνουν ανθρώπους σε άθλιες συνθήκες, μέσα σε βρωμιά, σκουπίδια, ποντίκια, άπλυτα πιάτα. Και οι εργαζόμενοι θέλουν να πάνε, θέλουν να βοηθήσουν, αλλά δεν μπορούν. Γιατί δεν υπάρχουν αυτοκίνητα. Γιατί δεν υπάρχουν μέσα. Γιατί κάποιοι δεν φρόντισαν να υπάρχουν.
Κι ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, η αρμόδια —να την πει κανείς αρμόδια— το μόνο που κάνει είναι να φωνάζει τους υπαλλήλους. Να τους μαλώνει, να τους απειλεί, να τους δείχνει ότι «έχει πλάτες». Νομίζει πως αν έχεις πλάτες μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. Μόνο που η πραγματικότητα δεν λειτουργεί έτσι. Η πραγματικότητα δείχνει ότι πίσω από τις φωνές κρύβεται αδιαφορία. Κρύβεται ανικανότητα. Κρύβεται μια νοοτροπία που δεν έχει καμία θέση σε υπηρεσίες που αφορούν ανθρώπινες ζωές.

Η ΗΘΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΠΟΥ ΚΑΠΟΙΟΙ ΚΑΝΟΥΝ ΠΩΣ ΔΕΝ ΒΛΕΠΟΥΝ
Δεν θα το τραβήξω άλλο. Θα κάνω μόνο μια ερώτηση. Εσένα —να μην σε χαρακτηρίσω— αν ήταν κάποιος δικός σου άνθρωπος σε αυτή την κατάσταση, όπως φαίνεται στις φωτογραφίες, μέσα σε ποντίκια, σκουπίδια, εγκατάλειψη… θα σου άρεσε; Θα το δεχόσουν; Θα έλεγες «δεν πειράζει, ας περιμένει»; Μάλλον όχι. Τότε γιατί το κάνεις σε ηλικιωμένους και ανήμπορους ανθρώπους που δεν έχουν κανέναν; Γιατί τους αφήνεις στο έλεος; Γιατί τους αντιμετωπίζεις σαν βάρος και όχι σαν ανθρώπους που δικαιούνται αξιοπρέπεια; Και γιατί φωνάζεις τους εργαζόμενους που αντιμετωπίζουν καθημερινά τέτοιες καταστάσεις;
Και αυτό δεν αφορά μόνο εσένα. Αφορά και τον προϊστάμενό σου. Αυτόν που σε καθοδηγεί, που σε προστατεύει, που σου επιτρέπει να λειτουργείς έτσι. Γιατί η ευθύνη δεν είναι ποτέ ατομική όταν μιλάμε για δημόσιες υπηρεσίες. Είναι συλλογική. Και όταν η συλλογική ευθύνη μετατρέπεται σε συλλογική αδιαφορία, τότε έχουμε πρόβλημα. Μεγάλο πρόβλημα.Το θέμα είναι πολύ σοβαρό. Αγγίζει ζωές, αξιοπρέπεια, ανθρώπινη ανάγκη. Και δεν πρόκειται να το αφήσω εδώ. Θα επανέλθω.
Ο Αντιδήμαρχος
























































