Το Θέατρο της… Απραξίας

Αντιδήμαρχος εδώ, πιστός στο εβδομαδιαίο καθήκον μου: να ρίχνω φως στα μεγάλα μυστήρια του Γιδά. Και τι μυστήριο, αγαπητοί μου. Ένας άνθρωπος – ναι, ένας κανονικός, ζωντανός, με παλμό και καλή πρόθεση – προσπαθεί εδώ και έναν μήνα να φέρει ένα παιδικό θέατρο στον τόπο μας. Ένα θέατρο, όχι διαστημόπλοιο.

Κι όμως, ο δρόμος του έχει γίνει πιο δύσβατος κι από το να ζητήσεις ραντεβού στο ΙΚΑ Αύγουστο μήνα. Δεν θα πω ότι τον κοροϊδεύουν. Δεν είμαι εγώ για τέτοια. Απλώς, από αυτά που μαθαίνω, εκεί μέσα υπάρχει ένας άγραφος νόμος: αν δεν υπάρχει προσωπικό όφελος, δεν κουνιέται ούτε καρέκλα.

Και το πιο εντυπωσιακό; Δεν αφήνουν τίποτα να πάει χαμένο. Από παιδικά θεατράκια μέχρι τις μεγάλες συναυλίες του καλοκαιριού, όλα περνάνε από το ίδιο φίλτρο: «Τι κερδίζουμε εμείς;» Μπράβο σας. Ειλικρινά. Και εις ανώτερα. Απλώς να θυμάστε κάτι μικρό, ασήμαντο, σχεδόν αστείο: η κοινωνία εδώ είναι μικρή. Όλα ακούγονται, όλα μαθαίνονται, όλα κυκλοφορούν πιο γρήγορα κι από κουτσομπολιό σε καφενείο Κυριακής. Και η ώρα της κρίσης – γιατί πάντα έρχεται – δεν έχει ποτέ καλό φωτισμό, ούτε ωραία σκηνικά. Είναι όμως δίκαιη. Και κυρίως… δεν παίζεται.

Αθήνα–Γιδάς: Εισιτήριο Μονής… Αποκαθήλωσης

Γιατί κάπου εδώ, ανάμεσα σε παιδικά θέατρα που δεν έρχονται ποτέ και υπηρεσίες που κινούνται με ταχύτητα χελώνας σε άδεια, σκάει και μια είδηση από… όχι και πολύ μακριά. Από την Αθήνα. Ναι, εκεί όπου κάποιοι νομίζουν ότι έχουν αποκλειστικό δικαίωμα πρόσβασης, λες και η πρωτεύουσα είναι κληρονομικό τους οικόπεδο. Κι όμως, η είδηση δεν αφορά ούτε υπουργεία ούτε μεγάλες κουβέντες. Αφορά κάποιον που – όπως μαθαίνω – τον περιμένουν στη γωνία. Κυριολεκτικά.

Με το χέρι στο διακόπτη, έτοιμοι να τον αδειάσουν στην πρώτη ευκαιρία. Έτσι είναι όταν κάνεις συμμαχίες με λάθος πρόσωπα: στην αρχή σε χτυπάνε φιλικά στην πλάτη, και μετά σου τραβάνε την καρέκλα με χάρη ταχυδακτυλουργού. Και κάπου εδώ ο Γιδάς ξαναμπαίνει στο κάδρο. Γιατί, βλέπεις, η ίδια λογική ταξιδεύει παντού: από τα παιδικά θεατράκια που δεν φτάνουν ποτέ, μέχρι τις μεγάλες φιλίες που λιώνουν σαν παγωτό Αυγούστου. Όλα έχουν ημερομηνία λήξης. Η κοινωνία μικρή, οι φήμες γρήγορες, και η τιμωρία… αργεί, αλλά δεν ξεχνά.

Η Κωλοτούμπα που Ακούστηκε μέχρι την… Αθήνα

Θυμήθηκα άλλη μια μικρή ιστορία από αυτές που κάνουν τον Γιδά να μοιάζει με πολιτικό λούνα παρκ. Γιατί, βλέπεις, όσο κάποιοι παλεύουν να φέρουν ένα παιδικό θέατρο και σκοντάφτουν πάνω σε τοίχους αδιαφορίας, υπάρχουν κι άλλοι που κάνουν… εντυπωσιακές χορευτικές φιγούρες. Και μάλιστα πριν καν ανάψουν τα φώτα. Θυμάστε πριν τις εκλογές της τοπικής ΔΕΕΠ; Κάποιος είχε ξεκαθαρίσει με στόμφο, ύφος και αυτοπεποίθηση ότι στηρίζει συγκεκριμένο υποψήφιο. ''Αυτός είναι ο άνθρωπός μου'', έλεγε. «Μαζί του», έλεγε. «Μόνο αυτός», έλεγε.

Και μετά; Μετά βγήκε ο άλλος. Ο… λάθος για τις προβλέψεις. Και τότε έγινε το θαύμα. Κωλοτούμπα. Όχι απλή. Ολυμπιακών προδιαγραφών. Από αυτές που αφήνουν σημάδι στο ταρτάν. Ξαφνικά, ο νέος πρόεδρος ήταν «εξαιρετικός», «ικανός», «πάντα τον πίστευα». Λες και δεν υπάρχουν αυτιά, μάτια και μνήμη σε αυτή την κοινωνία. Και κάπου εδώ κολλάει και η είδηση από την Αθήνα: κάποιον τον περιμένουν στη γωνία για να τον αδειάσουν στην πρώτη ευκαιρία. Έτσι είναι όταν κάνεις συμμαχίες με λάθος πρόσωπα. Στο τέλος, δεν ξέρεις καν με ποιον έχεις μπλέξει. Αλλά μην ανησυχείτε. Ο Γιδάς βλέπει, ακούει και – το κυριότερο – θυμάται.

Savoir Faire, Savoir… Φωτογραφίζεσαι;

Και μια ακόμη μικρή υπενθύμιση ότι η ζωή στον Γιδά δεν χρειάζεται Netflix — έχει ήδη καλύτερο σενάριο. Αφού λέγαμε για Αθήνα, ας πούμε κι αυτό: τόσες φορές που ανεβοκατεβαίνεις, δεν σκέφτηκες ποτέ να πάρεις κι ένα βιβλίο savoir vivre; Κάτι απλό, βασικό, να ξέρεις τι κάνεις όταν βγαίνεις φωτογραφία με μια γυναίκα βουλευτή. Γιατί, βλέπεις, όταν και οι δύο έχετε θεσμικό ρόλο, δεν είστε ούτε στην παραλία ούτε στο beach bar με φραπέ στο χέρι. Και το πιο βασικό: όταν ο άλλος δεν σε ακουμπά, απαγορεύεται να τον ακουμπάς εσύ. Δεν είναι δύσκολο. Δεν είναι πυρηνική φυσική. Είναι απλή ευγένεια.

Αλλά τι λέω τώρα… θα μου πεις, «σιγά μην κάτσω να ασχοληθώ με λεπτομέρειες». Ε, αυτές οι λεπτομέρειες όμως είναι που ξεχωρίζουν τον θεσμικό από τον… τουρίστα. Κι επειδή εδώ τίποτα δεν μένει κρυφό, να σου πω και το καλύτερο: η κοινωνία μικρή, οι φωτογραφίες ταξιδεύουν γρήγορα και τα σχόλια γράφονται πριν καν πατήσεις “upload”. Αν θες να πας συχνά Αθήνα, πήγαινε. Αλλά πάρε και κανένα βιβλίο μαζί. Θα σου χρειαστεί.

Λογοδοσία; Όχι Ευχαριστώ, Είμαστε… Ελβετία

Έχουμε και μια είδηση που διάβασα χθες και πραγματικά με έκανε να αναρωτηθώ μήπως τελικά ζούμε σε άλλη χώρα και δεν το έχουμε πάρει χαμπάρι. Αναβάλλεται, λέει, η λογοδοσία του Δήμου, επειδή κανένας πρόεδρος τοπικής κοινότητας και κανένας δημοτικός σύμβουλος δεν κατέθεσε αίτημα για κάποιο θέμα που τον απασχολεί. Κανένας. Μηδέν. Τίποτα. Σιγή ασυρμάτου. Ε, τι να σας πω. Σας το είχα πει και δεν με πιστεύατε: ζούμε σε ελβετικό καντόνι. Απλώς δεν το ξέρουμε. Μπορεί εμείς να νομίζουμε ότι ζούμε μέσα σε απερίγραπτο χάλι, με δρόμους που θυμίζουν σεληνιακό τοπίο και υπηρεσίες που λειτουργούν μόνο όταν έχει καλό καιρό, αλλά στην πραγματικότητα είμαστε… Ελβετοί.

Πώς αλλιώς να εξηγηθεί ότι δεν υπάρχει ούτε ένα πρόβλημα να συζητηθεί; Ούτε ένα παράπονο; Ούτε μια λακκούβα, ένας κάδος, μια λάμπα, ένας λογαριασμός, ένας άνθρωπος που να λέει «ρε παιδιά, κάτι δεν πάει καλά»; Τίποτα. Όλα τέλεια. Όλα άψογα. Όλα ρυθμισμένα σαν ελβετικό ρολόι. Ή, για να το πούμε πιο σωστά, όλα τόσο… βολικά σιωπηλά, που μόνο ένα πράγμα μένει να αναρωτηθούμε: Μήπως τελικά δεν ζούμε στην Ελβετία, αλλά στο θέατρο του παραλόγου;

Λογοδοσία με… Σιγή Ιχθύος

Για να κάνουμε τα πράγματα λιανά, γιατί ο κόσμος έχει και δουλειές και δεν μπορεί να αποκρυπτογραφεί δημοτικά μυστήρια. Αφού, λοιπόν, αναβλήθηκε η λογοδοσία επειδή κανείς από προέδρους και συμβούλους δεν είχε τίποτα να πει, ας θέσουμε το απλούστερο ερώτημα του κόσμου: Αν έδιναν τον λόγο στους δημότες, θα συνέβαινε το ίδιο; Ε, όχι βέβαια. Η αίθουσα θα γέμιζε τόσο γρήγορα που θα έπρεπε να φέρουν καρέκλες από το ΚΑΠΗ. Γιατί ο απλός κόσμος έχει προβλήματα. Πολλά. Από δρόμους που μοιάζουν με πίστα ράλι μέχρι υπηρεσίες που λειτουργούν μόνο όταν ο Ερμής δεν είναι ανάδρομος.

Κι αν άνοιγε το μικρόφωνο, θα ακουγόταν από το πρώτο λεπτό μέχρι το τελευταίο. Άρα, η ευθύνη δεν ανήκει σε έναν. Δεν είναι μόνο ένας που σιωπά. Είναι κι εκείνοι που έχουν θεσμικό ρόλο και προτιμούν να μην ταράξουν τα νερά. Ξέρετε, αυτά τα νερά που ξαφνικά θυμούνται όλοι στις εκλογές, όταν αρχίζουν οι πόρτες να χτυπούν ρυθμικά σαν τα κάλαντα. Και τότε; Τότε δεν θα μπορούν να πουν «δεν ξέραμε». Γιατί ο κόσμος θυμάται. Και κυρίως, ξέρει πολύ καλά ποιος μίλησε και ποιος έκανε την πάπια.

Τα Βατράχια των Νεκροταφείων και οι Ήρωες της… Όπισθεν

Άλλη μια ιστορία που μόνο ο Γιδάς μπορεί να προσφέρει. Γιατί, βλέπεις, δεν είναι μόνο οι δρόμοι, οι λάμπες και οι λογοδοσίες που αναβάλλονται. Έχουμε και τα… νεκροταφεία. Εκεί όπου κάποιοι αποφάσισαν να το παίξουν τσαμπουκάδες, μέχρι που έμαθαν ποια έκανε την καταγγελία. Και τότε, ω του θαύματος, το ύφος άλλαξε πιο γρήγορα κι από δελτίο καιρού τον Αύγουστο. Γιατί η γυναίκα δεν ζήτησε τίποτα παράλογο. Δεν απαίτησε έργα εκατομμυρίων, ούτε χρυσές πλάκες. Μόνο κάτι απλό, ανθρώπινο: «Ρίξτε λίγο τσιμέντο, δεν θέλω η μάνα μου να είναι μέσα στα βατράχια.» Και αντί να πουν «ναι, έχετε δίκιο», κάποιοι πήγαν να σηκώσουν φωνή. Μέχρι που άκουσαν τη μαγική φράση: «Θα βγω στον Ευαγγελάτο.»

Και τότε, ξαφνικά, η αγριάδα εξαφανίστηκε. Το παραμύθι γύρισε μάνι μάνι. Από «ποια είσαι εσύ» έγινε «βεβαίως, κυρία μου, θα το δούμε άμεσα». Αυτά συμβαίνουν όταν κάποιοι νομίζουν ότι ο κόσμος δεν μιλά, δεν ακούει, δεν βλέπει. Αλλά εδώ, σε αυτόν τον τόπο, όλα μαθαίνονται πριν καν στεγνώσει το τσιμέντο. Και το μήνυμα είναι απλό: Μην παίζετε με τους ανθρώπους. Γιατί όταν έρθει η ώρα, δεν θα σας σώζει ούτε ο Ευαγγελάτος ούτε τα βατράχια.

Ο Σαλιαρισμός ως Δημόσια Πολιτική

Και φυσικά όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτωσεις εχουμε και σενάριο επιθεώρησης. Γιατί, εκεί που η γυναίκα πήγε να ζητήσει το αυτονόητο στα νεκροταφεία, εμφανίστηκε κι ο γνωστός… σαλιαρης. Ναι, αυτός που όταν τον ψάχνουν τα κανάλια για τις αρμοδιότητές του εξαφανίζεται σαν Pokémon. Αλλά άμα δει γυναίκα, ξυπνάνε μέσα του κάτι αρχέγονα ένστικτα, λες και παίζει σε ντοκιμαντέρ του National Geographic. Είδε, λοιπόν, τις φωτογραφίες με τα χάλια: το νερό πράσινο από την πολυκαιρία, τα σημεία που θύμιζαν βάλτο, και — άκουσον άκουσον — το πέρασε τάχα για… χορτάρι.

Και ρωτάει τη γυναίκα με ύφος ειδικού: «Τι θέλετε να κάνουμε, κυρία μου; Να κουρέψουμε το χορτάρι;» Εδώ γελάει και το μαρμάρινο μνήμα. Γιατί δεν μιλάμε για πάρκο, μιλάμε για νεκροταφείο. Για συγγενείς. Για αξιοπρέπεια. Όχι για αστεία που καταλαβαίνουν μόνο όσοι έχουν χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα. Και ξέρετε τι θέλει ο κόσμος; Όχι κουρέματα, όχι δικαιολογίες, όχι σαλιαρίσματα. Θέλει να αδειάσετε τη γωνία μια και καλή. Γιατί όταν φτάνουμε στο σημείο να κάνουμε χιούμορ πάνω από τάφους, τότε δεν έχουμε μπλέξει απλώς. Έχουμε χαθεί.

Πρόστιμα, Μπουκάλια και το Δημαρχείο… στον Κόσμο του

Και μια ακόμη πινελιά ρεαλισμού — γιατί αν δεν τα πούμε εμείς, θα νομίζουμε όλοι ότι ζούμε σε ταινία επιστημονικής φαντασίας. Βγήκε, λέει, ανακοίνωση ο Δήμος ότι θα πέσουν βαριά πρόστιμα σε όσους ρίχνουν φυτοφάρμακα στα κανάλια και στους κοινόχρηστους χώρους. Σωστό, θεμιτό, αναγκαίο. Μόνο που υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια: αν κάνεις μια βόλτα από τα σημεία όπου οι αγρότες γεμίζουν τα βυτία, θα δεις ότι δεν υπάρχει ούτε ένας κάδος για τα άδεια μπουκάλια. Ούτε ένας. Μηδέν. Το απόλυτο τίποτα. Κι εκεί καταλαβαίνεις πόσο απέχει η πραγματικότητα από το Δημαρχείο.

Γιατί από τη μία βγάζουν ανακοινώσεις με ύφος «θα επιβάλουμε τάξη», κι από την άλλη δεν έχουν φροντίσει ούτε τα βασικά. Είναι σαν να σου λένε «μην τρως στο σαλόνι» ενώ δεν σου έχουν δώσει τραπέζι στην κουζίνα. Και μετά αναρωτιούνται γιατί ο κόσμος αγανακτεί. Γιατί οι αγρότες τα πετάνε όπου βρουν. Γιατί η καθημερινότητα μοιάζει με παζλ που λείπουν τα μισά κομμάτια. Η αλήθεια είναι απλή: Δεν μπορείς να ζητάς ευθύνη από τον πολίτη όταν δεν έχεις κάνει το δικό σου κομμάτι. Αλλά τι λέω τώρα… Στο Δημαρχείο αυτά θεωρούνται λεπτομέρειες. Στην πραγματική ζωή, όμως, είναι η διαφορά ανάμεσα σε έναν τόπο που λειτουργεί και σε έναν τόπο που απλώς… βγάζει ανακοινώσεις.

Καρναβάλι… Αόρατο, όπως και τα Έργα

Ποια είναι η απορία που καίει περισσότερο κι από τα σουβλάκια της Τσικνοπέμπτης: είναι δυνατόν να φτάσαμε στο σημείο να ζητάμε τα… βασικά; Δεν θέλουμε τα καρναβάλια της παλιάς εποχής, ούτε άρματα, ούτε φαντασμαγορικά θεάματα. Αλλά ρε παιδιά, ούτε μια μουσικούλα; Ούτε μια παρέλαση; Ούτε ένα Κούλουμα την Καθαρά Δευτέρα; Βέροια και Νάουσα φέρνουν τραγουδιστές, κάνουν παρελάσεις, στήνουν γιορτές. Εδώ; Μέσα στο πένθος. Απόλυτο σκοτάδι. Λες και κάποιος πάτησε mute στον Δήμο και δεν το ξανασήκωσε. Και μετά σου λένε ότι «δουλεύουν». Ναι, δουλεύουν… στο να μην γίνει τίποτα.

Γιατί φαίνεται πως το κόλπο είναι απλό: εκεί που άλλοι κάνουν έργα για να ξαναψηφιστούν, εδώ τα έχουν παρατήσει όλα, μπας και δεν βρεθεί κανένας να πει «να αναλάβω εγώ, να σώσω τον τόπο». Με τέτοια απελπισία, ποιος να πάρει απόφαση να μπει μπροστά; Θα νομίζει ότι παραλαμβάνει όχι καμένη γη, αλλά κάτι χειρότερο: γη που την έχουν σβήσει από τον χάρτη. Και το καρναβάλι; Το μόνο καρναβάλι που βλέπουμε είναι αυτό που παίζεται στα γραφεία: μάσκες, αλλαγές ρόλων, και μια μόνιμη διάθεση να μην κουνηθεί φύλλο. Αν συνεχίσουμε έτσι, του χρόνου ούτε τα κουδούνια των Μωμόγερων δεν θα μας σώσουν.

Ο Βασιλιάς Καρνάβαλος και η Αυλή της… Αντίστροφης Μέτρησης

Τελευταίο κεφάλαιο του φετινού έπους: ποιος θα βγει βασιλιάς καρνάβαλος στη Μελίκη; Ένα άγχος υπάρχει, όσο να πεις. Γιατί, βλέπεις, δεν είναι απλώς μια φιγούρα από χαρτόνι που θα καεί στο τέλος. Είναι ο συμβολισμός μιας ολόκληρης χρονιάς. Και φέτος, όποιον κι αν διαλέξουν, δεν τους σώζει τίποτα. Η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει. Όχι για το κάψιμο του καρνάβαλου — αυτό είναι το εύκολο.

Η αντίστροφη μέτρηση είναι για εκείνους που δεν θα παραδώσουν καμένη γη, αλλά έναν τόπο που μοιάζει εγκαταλελειμμένος από κάθε έννοια φροντίδας. Εκεί που άλλοι δήμοι κάνουν έργα, φέρνουν κόσμο, διοργανώνουν γιορτές για να ξανακερδίσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών, εδώ το σχέδιο μοιάζει να είναι το ακριβώς αντίθετο: δεν δίνουμε λογαριασμό σε κανέναν. Απολαύστε, λοιπόν, τα «μεγαλεία» όσο προλαβαίνετε. Σε λίγο θα τα λέτε στα εγγόνια σας — σαν ιστορίες από μια εποχή που ο βασιλιάς καρνάβαλος ήταν το μόνο πράγμα που καιγόταν… επίσημα.

Ο Αντιδήμαρχος